GRC

ἔρις

download
JSON

Bailly

'ιδος (ἡ) :
      1
querelle à main armée, lutte, combat, IL. 1, 177 ; 3, 7 ; 5, 891, etc. ; avec un gén. ἔρις πτολέμοιο, IL. 14, 389, ou ἔρις μάχης, XÉN. Cyr. 2, 3, 15, querelle que l’on vide par un combat ; ἔριδα ξυνάγειν Ἄρηος, IL. 5, 861, engager un combat ; ἔριδι μάχεσθαι, IL. 1, 8 ; ou ἐξ ἔριδος μάχεσθαι, IL. 7, 111, combattre par suite d’une querelle ;
      2 querelle, discorde, contestation : ἔριν συμϐάλλειν τινί, EUR. Med. 521, engager une querelle avec qqn ; εἰς ἔριν ἐμπίπτειν, EUR. I.A. 377, ou ἀφικνεῖσθαι, EUR. I.A. 319, ou ἐλθεῖν, AR. Ran. 877, tomber en querelle, en arriver à se quereller ; ἐς ἔριν ἐλθεῖν τινι, HDT. 9, 33 ; δι' ἐρίδων εἶναί τινι, PLUT. Cæs. 33, en arriver à se quereller avec qqn ; ἔριν τιθέναι, EUR. Hel. 100 ; στρέφειν, PD. N. 4, 93, engager une querelle ; συμϐάλλειν εἰς ἔριν περί τινος, XÉN. Lac. 4, 2, ou δι' ἐρίδων γίγνεσθαι, PLAT. Tim. 88 a, engager une querelle ou une contestation au sujet de qqe ch. ; γίγνεται ἔρις τινὶ πρός τινα, THC. 6, 31, une querelle naît d’une personne à une autre ; κατ' ἔριν, PLAT. Criti. 109, en querelle ; ἔριν ἔχειν, PLAT. Leg. 736 c, avoir une contestation ; ἐν πολλῇ ἔριδι εἶναι, THC. 2, 21, être engagé dans une forte querelle ; ἐν πολλῇ πρὸς ἀλλήλους ἔριδι εἶναι, THC. 6, 35, être engagés les uns avec les autres dans une forte querelle ; avec εἴτε : ἦν πολλὴ ἔρις καὶ ἄγνοια, εἴτε… εἴτε, THC. 3, 11, il y avait une forte contestation pour savoir si… ou si, etc. ; cf. ANTH. 7, 18 ;
      3 p. ext. rivalité, en gén. : τινός, OD. 8, 210, etc. ; ἀμφί τινι, HDT. 6, 129, au sujet de qqe ch. : κατ' ἔριν τινός, HDT. 5, 88, en rivalité avec qqn ; ἔριδος ἕνεκα, PLAT. Soph. 237 b, par rivalité ; ἔριν ἐμϐάλλειν τισὶ πρὸς ἀλλήλους, XÉN. Cyr. 6, 2, 4, etc. provoquer la rivalité de plusieurs personnes les unes contre les autres ; Διὸς βρονταῖσιν εἰς ἔριν κτυπεῖν, EUR. Cycl. 328, faire un grand bruit, de façon à lutter avec le tonnerre de Zeus ; en b. part, émulation : τινὰς εἰς ἔριν συμϐάλλειν περί τινος, XÉN. Lac. 4, 2, exciter l’émulation de qqes personnes pour qqe ch.

Acc. att. ἔριν, aussi dans OD. 3, 136, 161 ; 16, 292 ; 19, 11 ; d’ord. acc. épq. ἔριδα, IL. 5, 861 ; 20, 55 ; OD. 6, 92 ; 8, 210, etc. ; plur. nom. ἔρεις, NT. 2Cor. 12, 20 ; Gal. 5, 20 ; 1Tim. 6, 4 ; Tit. 3, 9.

Étym. inconnue.

'
Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

= ἶρις, Att., acc. to Hsch. s.v. ἔριδας.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

LSJ

ιδος, ἡ, acc. ἔριν Od. 3.136, etc. ; also ἔριδα, usu. in Ep. ; pl. ἔριδες, later ἔρεις Ep. Tit. 3.9, etc. : — strife, quarrel, contention; in Il., mostly of battle-strife, αἰεὶ γάρ τοι ἔ. τε φίλη πόλεμοί τε μάχαι τε 1.177 ; μεμαυῖ’ ἔριδος καὶ ἀϋτῆς 5.732, cf. 13.358 ; κακὴ ἔ. 3.7 ; ἔ. πτολέμοιο 14.389, al. ; reversely, ἔριδος νεῖκος 17.384 ; ἔριδα ξυνάγοντες Ἄρηος 5.861 ; ἔριδι or ἐξ ἔριδος μάχεσθαι, 1.8, 7.111 ; ἔριδι ξυνιέναι 20.66, 21.390 ; later, τὰν Ἀδράστου τάν τε Καδμείων ἔριν Pi. N. 8.51 ; ἔρις ἐνόπλιος Gorg. Fr. 6 D. generally, quarrel, strife, ἔρις θυμοβόρος Il. 20.253, etc. ; less freq. in pl., ἔριδας καὶ νείκεα ib. 251 ; freq. of political or domestic discord, φόνοι, στάσεις, ἔρις, μάχαι S. OC 1234 (lyr.); ἔριδες, νείκη, στάσις,… πόλεμος Ar. Th. 788 ; ἔριδος ἀγών S. Aj. 1163 (anap.); ὅταν φίλοι φίλοισι συμβάλωσ’ ἔριν E. Med. 521 ; ἔριν περί τινος ἐκφυγεῖν Pl. Lg. 736c ; λύειν, κατασβέσαι, E. Ph. 81, S. OC 422 ; γενέσθαι ἔριν πρὸς σφᾶς αὐτούς Th. 6.31 ; with Preps., ἐς ἔριν ἐλθεῖν τινι Hdt. 9.33, cf. Ar. Ra. 877 (hex.); ἀφῖχθαι, ἐμπεσεῖν, E. IA 319 (troch.), 377 ; ἐν πολλῇ ἔριδι εἶναι Th. 2.21 ; ἐν ἔριδι εἶναι πρὸς ἀλλήλους Id. 6.35 ; ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος δι’ ἐρίδων ἦν Plu. Caes. 33 ; c. inf., εἰσῆλθε τοῖν τρὶς ἀθλίοιν ἔρις… ἀρχῆς λαβέσθαι S. OC 372.
wordy wrangling, disputation, ἐκ τῆς ἔριδος… ἐμάχοντο Hdt. 1.82 ; κοινῶν λόγων δώσοντες ἀλλήλοις ἔριν E. Ba. 715 ; ἐγένετο ἔρις τοῖς ἀνθρώποις μὴ λοιμὸν ὠνομάσθαι ἀλλὰ λιμόν Th. 2.54 ; ἦν ἔρις καὶ ἄγνοια εἴτε… Id. 3.111 ; μεστὸς ἐρίδων καὶ δοξοσοφίας Pl. Phlb. 49a, cf. Ti. 88a ; ἡ περὶ τὰς ἔριδας φιλοσοφία Isoc. 10.6 ; ἔριδος ἕνεκα Pl. Sph. 237b ; cf. ἐριστικός. Personified, Eris, a goddess who excites to war, Ἔ. κρατερή Il. 20.48 ; ἐν δ’ Ἔ. ἐν δὲ Κυδοιμὸς ὁμίλεον, ἐν δ’ ὀλοὴ Κήρ 18.535 ; Νὺξ… Ἔριν τέκε καρτερόθυμον Hes. Th. 225 ; hence, as goddess of Discord, at the marriage of Peleus and Thetis, Coluth. 39, al. as a principle of nature, πάντα κατ’ ἔριν γίνεσθαι Heraclit. 8 ; pl., Emp. 124.2.
contention, rivalry, freq. in Od., ἔργοιο in work, 18.366 ; ὅς τις ἔριδα προφέρηται ἀέθλων for prizes, 8.210 ; ἔρις χερσὶ γένηται 18.13 ; ἔριδα προφέρουσαι in eager rivalry, 6.92 ; ἔριν στήσαντες ἐν ὑμῖν 16.292 ; in later Poets, contest, καλλονᾶς, μελῳδίας, E. IA 1308, Rh. 923 ; ὅπλων ἔριν ἔθηκε συμμάχοις Id. Hel. 100 ; ἔριν ἔχειν ἀμφὶ μουσικῇ Hdt. 6.129 ; Ἥρᾳ Παλλάδι τ’ ἔριν μορφᾶς ἁΚύπρις ἔσχεν E. IA 183 ; ἔριν ἐμβάλλειν τισὶ πρὸς ἀλλήλους ὅπως… X. Cyr. 6.2.4 ; εἰς ἔριν ὁρμᾶσθαι ταύτης τῆς μάχης πρὸς τοὺς πεπαιδευμένους ib. 2.3.15 ; εἰς ἔριν συμβάλλειν τινὰς περὶ ἀρετῆς Id. Lac. 4.2 ; κατ’ ἔριν τὴν Ἀθηναίων out of rivalry with…, Hdt. 5.88, cf. Pl. Criti. 109b ; ἔβα Πινδάροιο (leg. -οι) ποτ’ ἔριν Corinna 21 ; Διὸς βρονταῖσιν εἰς ἔριν κτυπῶν in rivalry with…, E. Cyc. 328 ; in good sense, ἔρις ἀγαθῶν A. Eu. 975 (lyr.), cf. Hes. Op. 24.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

ιδος, ἡ, der Streit, Zank, die Uneinigkeit, bei Hom. vom eigentlichen Kampfe, ὦρτο δ' ἔρις κρατερὴ λαοσσόος Il. 20.48, αἰεὶ γάρ τοι ἔρις τε φίλη, πόλεμοί τε μάχαι τε 5.891 ; μήπως ἔριν στήσαντες ἐν ὑμῖν ἀλλήλους τρώσητε, Streit anfangend, Od. 16.292 ; ἔρις πτολέμοιο Il. 14.389 ; ἔριδα ξυνάγοντες Ἄρηος 5.861 ; νεῖκος ἔριδος 17.384 ; πρὶν γενέσθαι τὰν Ἀδράστου τάν τε Καδμείων ἔριν Pind. N. 8 extr. Vgl. noch ἔριδι u. ἐξ ἔριδος μάχεσθαι, Il. 1.8, 7.111 ; ἔριδι ξυνιέναι, in Streit kommen, kämpfen, 20.66 ; ἔριδι ξυνελαύνειν θεούς, sie im Kampf zusammenhetzen, ibd. 134 ; ἔριδα ῥήγνυντο, sie teilten den Kampf, so daß auf mehreren Stellen zugleich gefochten ward ; ἔριν συμβάλλειν, λύειν, Eur. Med. 521, Phoen. 81 ; αἱματόεσσα, αἱματηρά, Aesch. Ag. 682, Ch. 467 ; κατασβέσαι ἔριν Soph. O.C. 423, der φόνοι, στάσις, ἔρις, μάχαι vrbdt, 1235 ; ἔσται μεγάλης ἔριδός τις ἀγών Aj. 1142 ; εἰς ἔριν ἐλθεῖν, in Streit geraten, Ar. Ran. 877 ; ἐμπίπτειν εἰς ἔριν Eur. I.A. 377 ; εἰς ἔριν ἀφικνεῖσθαί τινι 319 ; ἐν πολλῇ ἔριδι ἦσαν Thuc. 2.21 ; πρὸς ἀλλήλους 6.35 ; ἐγένετο ἔρις ἀνθρώποις, mit folgendem μή c. inf., 2.54 ; ἔρις καὶ μάχη Plat. Hipp. mai. 294d ; ἔριν ἔχειν Legg. V.736c ; οὐ κατ' ἔριν, nicht im Streit, Critia. 109b ; ἔριδος ἕνεκα, aus Streitsucht, Soph. 237b ; ἔριδι, οὐ διαλέκτῳ πρὸς ἀλλήλους χρώμενοι Rep. V.454a, Wortstreit, Wortgezänk, im Ggstz des eigentlichen Disputierens, u. so oft Plut. u. a.Sp. Vgl. noch ἦν πολλὴ ἔρις καὶ ἄγνοια εἴτε Ἀμπρακιώτης τίς ἐστιν εἴτε Πελοποννήσιος, Thuc. 3.11 ; ἔριν λόγων διδόναι ἀλλήλοις, Wechselgespräch untereinander anknüpfen, Eur. Bacch. 715 ; – ἔριδες, Streitigkeiten, Zänkereien, ὅς με μετ' ἀπρήκτους ἔριδας καὶ νείκεα βάλλει Il. 2.376 ; Ar. Th. 788 ; μεστὸν ἐρίδων Plat. Phil. 49a ; ἀπὸ τῶν ἰδιωτικῶν ἐρίδων χρηματιζόμενος Soph. 225e ; δι' ἐρίδων εἶναί τινι, mit Einem im Streit liegen, Plut. Cass. 23. – Bes. auch Wettkampf, Wettstreit, Wetteifer, ἔρις ἔργοιο, ἀέθλων, Wetteifer in der Arbeit, um die Kampfpreise, Od. 8.210, 18.366 ; ἔριδα προφέρειν, προφέρεσθαι, wetteifern, 6.92 ; ἔριν στῆσαι ἔν τισι, 16.292, 19.11 ; Hes. O. 11 sqq. unterscheidet den Wettstreit im Guten u. den bösen Streit ; χαλεπὰ δ' ἔρις ἀνθρώποις ὁμιλεῖν κρεσσόνων Pind. N. 10.72 ; νικᾷ δ' ἀγαθῶν ἔρις ἡμετέρα διὰ παντός Aesch. Eum. 932 ; Suppl. 635 ; Διὸς βρονταῖσιν εἰς ἔριν κτυπεῖν, mit dem Donner des Zeus um die Wette krachen, Eur. Cycl. 328 ; ὅπλων, καλλονᾶς, Hel. 100, 1307 ; ἀμφί τινι, Her. 6.129 ; κατ' ἔριν τῶν Ἀθηναίων, aus Wettstreit, Rivalität mit den Athenern, 5.88 ; τοῖς ἀρίστοις οἱ ἀγῶνες οὗτοι πρὸς ἀλλήλους καὶ ἔριδας καὶ φιλονεικίας ἐνέβαλλον, erregten Wetteifer unter ihnen, Xen. Cyr. 8.2.26 ; τοὺς ἡβῶντας εἰς ἔριν συμβάλλειν περὶ ἀρετῆς Lac. 4.2 ; εἰς ἔριν μάχης πρὸς τοὺς πεπαιδευμένους ὁρμᾶσθαι, um die Wette mit den Gebildeten in den Kampf eilen, Cyr. 2.3.15. – Ueber die personifizierte Ἔρις s. nom. pr.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)

TBESG

ἔρις, -ιδος accusative, ἔριν (on the declension, see B1., § 8, 3; WH, App., 157), ἡ,
[in LXX: Psa.139:20, Sir.28:11 40:5, 9 * ;]
strife, wrangling, contention: Rom.1:29 13:13, 1Co.3:3, 2Co.12:20, Gal.5:20, Php.1:15, 1Ti.6:4, Tit.3:9; pl. (see: ἐριθία), Rom.13:13, WH, mg., 1Co.1:11, Ga, l.with, WH, mg.†
(AS)
Translators Brief lexicon of Extended Strongs for Greek based on Abbot-Smith, A Manual Greek Lexicon of the New Testament (1922) (=AS), with corrections and adapted by Tyndale Scholars
See also: Ἔρις
memory