GRC

σύνοιδα

download
JSON

Bailly

'σύν·οιδα, ion. et anc. att. ξύνοιδα, pf. au sens d’un prés. (d’où inf. συνειδέναι ; part. συνειδώς ; pl.q.pf. συνῄδειν, att. συνῄδη ; f. συνείσομαι, rar. συνειδήσω) :
   I savoir avec un autre, être confident ou complice de : τι, HDT. 6, 57 ; THC. 1, 73 ; XÉN. Cyr. 3, 1, 9, etc., ou περί τινος, ISOCR. 360 d ; rar. avec un dat. de chose : τινί, RHÉT. 4, 355 W. de qqe ch. ; τινί τι, HDT. 8, 113 ; 9, 58 ; EUR. Ion 228, 956, être avec qqn ou qqe ch. dans le secret de qqe ch. ; abs. THC. 4, 68 ; SOPH. O.R. 330 ; EUR. El. 88 ; DÉM. 461, 3 ; p. suite, être témoin de : θνῄσκοντι συνείσῃ, SOPH. Ph. 1085, tu seras témoin de ma mort ;
   II savoir en soi-même, avoir conscience de :
      1 avec l’acc. σύνοιδα ἐμαυτῷ τι, AR. Th. 477, 553 ; XÉN. Ap. 24, Mem. 2, 7, 1 ; AR. Eq. 184 ; DÉM. 1472, 16, j’ai conscience de qqe ch. ;
      2 avec un part. au nomin. EUR. Or. 396, Med. 495 ; XÉN. Hell. 2, 4, 17, etc. : ξύνοιδα ἐμαυτῷ οὐδ' ὁτιοῦν σοφὸς ὤν, PLAT. Ap. 21 b, j’ai conscience de n’être savant absolument en rien ; au dat. : συνοίδαμεν ὑμῖν ἐοῦσι προθυμοτάτοισι, HDT. 9, 60, nous savons par expérience que vous êtes pleins de zèle ; ξύνοιδα ἐμαυτῷ οὐδὲν ἐπισταμένῳ, PLAT. Ap. 22 c, j’ai conscience de ne rien savoir ; cf. SOPH. Ant. 266 ; XÉN. Conv. 4, 62 ; Œc. 3, 7, etc. ; à l’acc. εἰ τέοισί τι χρηστὸν συνῄδεε πεποιημένον, HDT. 8, 113, tous ceux qu’il savait avoir fait quelque action d’éclat ; cf. ESCHL. Ch. 218 ; SOPH. O.C. 948 ; DÉM. 1201, 23 ; 1408, 10, etc. ;
      3 avec une propos. annoncée par ὅτι, XÉN. Cyn. 3, 7 ; PLAT. Conv. 216 a, etc. ; par ὡς, PLAT. Soph. 232 c ; PLUT. Crass. 30 ; XÉN. An. 7, 6, 18 ; par un relat. SOPH. El. 93 ; par εἰ ;
      4 au part. ὁ συνειδώς, le confident, le complice, THC. 1, 20 ; 4, 68 ; XÉN. Hell. 3, 3, 6, etc. ; τὸ συνειδός, DÉM. 263, 18 ; PLUT. Popl. 4, etc. la conscience.

Fut. συνειδήσω, ISOCR. 5 b ; pf. 1 pl. ξύνισμεν, EUR. Suppl. 1176 ; 3 pl. συνίσασι [ᾱ] SOPH. El. 93, etc. ; rar. συνοίδασι, LYS. 119, 5 ; impér. ξύνισθι, EUR. Hec. 869 ; pl.q.pf. 2 pl. ion. συνῃδέατε [ᾰ] HDT. 9, 58.

'
Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

pf. with pres. sense, 1 pl. σύνισμεν Pl. Sph. 232c, Ion. συνοίδαμεν Hdt. 9.60, 3 pl. συνίσασι S. El. 93 (anap.), Isoc. 8.113, X. Cyr. 3.1.9, etc. (rarely συνοίδασι Lys. 11.1, Plb. 27.9.11); imper. σύνισθι E. Hec. 870; inf. ξυνειδέναι S. Ant. 266; plpf. with impf. sense, συνῄδειν, Att. συνῄδη, dual συνῄστην, pl. -ῇσμεν, ῇστε, -ῇσαν, Ion. 2 pl. συνῃδέατε Hdt. 9.58; fut. συν(ξυν)-είσομαι Ar. Ec. 17, V. 999, X. HG 2.4.17 (rarely συνειδήσω Isoc. 1.16, and aor. part. -ειδήσας Phld. Lib. p. 32 O.) : — know something about a person, esp.
as a potential witness for or against him, ἢ (sc. Δίκη) σιγῶσα σύνοιδε τὰ γιγνόμενα πρό τ’ ἐόντα Sol. 4.15; τά τοι ἐγὼ καὶ ἀμφότερα συνειδὼς ἔχω μαρτυρέειν to both of which I, knowing them true of you, can testify, Hdt. 5.24; εἰ τέοισί τι χρηστὸν συνῄδεε πεποιημένον Id. 8.113; ἐπαινεόντων τούτους τοῖσί τι καὶ συνῃδέατε Id. 9.58; τὰ Μηδικὰ καὶ ὅσα αὐτοὶ σύνιστε our other services to which you can testify, Th. 1.73; ἂ ξύνισμεν τοῖσιν ἵπποις βουλόμεσθ’ ἐπαινέσαι Ar. Eq. 595 (troch.); συνοίδαμεν ὑμῖν ὑπὸ τὸν παρεόντα τόνδε πόλεμον ἐοῦσι πολλὸν προθυμοτάτοισι Hdt. 9.60; ὑπολαμβάνων παρ’ ὑμῶν ἑκάστῳ τὸ συνειδὸς ὑπάρχειν μοι believing that I can rely on your acknowledgement of my services, D. 18.110; τί μοι σύνοισθα τοιοῦτον εἰργασμένῳ ; X. Smp. 4.62; σύνοιδα τῷ μειρακίῳ κοσμίῳ τὸν πρότερον ὄντι χρόνον ἀεί Men. Sam. 57; πότερον οὐ συνοίδασιν αὐτῷ ποιοῦντι τὰ δίκαια Plb. 27.9.11; ξυνειδὼς οὐ φράσεις ; S. OT 330; ἵνα τούτῳ ταῦτα συνειδῶμεν Pl. Prt. 348b; ἐρῶ… ἂ σύνοιδα αὐτῷ X. Mem. 2.7.1; οὐκ αἰσχυνοῦμαι… εἰπεῖν (v.l.) ἅπασιν ὅσα σύνοιδ’ αὐτῷ κακά Ar. Fr. 200; ξύνοιδ’ ἄντροισιν αἰσχύνην τινά E. Ion 288; θνῄσκοντι συνείσῃ (cj. Reiske for συνοίσῃ) thou wilt witness my death, S. Ph. 1085 (lyr.); διὰ δικαιοσύνην, τήν οἱ ἄλλην συνῄδεε ἐοῦσαν Hdt. 7.164; τοιοῦτον αὐτοῖς Ἄρεος εὔβουλον πάγον ἐγὼ ξυνῄδη χθόνιον ὄνθ’ S. OC 948; δύ’ ἡμῶν ἢ τρία κακὰ ξυνειδὼς εἶπε δρώσας μυρία (sc. Εὐριπίδης) Ar. Th. 475, cf. 553; ἀφανίζει τὸν παῖδα, ὃς συνῄδει περὶ τῶν χρημάτων Isoc. 17.11, cf. Men. Epit. 210; τῆς ἁρπαγῆς τοῦ παιδὸς εἰ ξύνοισθά τι, ταχέως λέγειν χρή Antiph. 74.3; καὶ τίνα σύνοισθά μοι καλουμένῃ βροτῶν ; A. Ch. 216; σύνοιδ’ Ὀρέστην πολλά σ’ ἐκπαγλουμένην ib. 217; σύνοιδα τοῖς πλείστοις αὐτῶν ἥκιστα χαίρουσι I can bear witness that most of them are far from pleased…, Isoc. 7.50; with a mixture of dat. and acc. constr., συνίσασι γὰρ αὐτῷ… καθιστάμενον, ἐκ δὲ τούτων… δυνάμενον Id. 15.120; ἐγώ σοι σ.… ἀνιστάμενον καὶ… βαδίζοντα καὶ ἀναπείθοντα X. Oec. 3.7; freq. with reflex. Pron. in dat., ἔμ’ αὔτᾳ τοῦτο σύνοιδα Sappho 15; ἐξ ὧν αὐτὸς σύνοισθα σαυτῷ ἐν τῇ τῶν γραμμάτων μαθήσει from your experience of yourself…, Pl. Tht. 206a; σύνοιδ’ ἐμαυτῇ πολλὰ (δείν΄) Ar. Th. 477, cf. X. Mem. 2.9.6, Pl. R. 331a; ξυνειδέναι τί μοι δοκεῖς σαυτῷ καλόν Ar. Eq. 184; πολλὴν ἑαυτοῖς συνειδέναι ἀσέβειαν X. Ap. 24; συνειδὼς ἐμαυτῷ ἀμαθίαν Pl. Phdr. 235c; τὴν πατρίδα, εἰς ἢν τοσαύτην εὔνοιαν ἐμαυτῷ σύνοιδα D. Ep. 2.20; σ. ἑαυτοῖς ἄγνοιαν Arist. EN 1095a25; σ. αὑτῷ τὴν δειλίαν Id. HA 618a26; μηδὲν ἑαυτοῖς ἄτοπον συνειδέναι Socr. ap. Stob. 3.24.13, cf. Isoc. 3.59, LXX Jb. 27.6, 1 Ep. Cor. 4.4; συνειδότες αὑτοῖς with full consciousness, Polystr. p. 15 W. ; — with part. in nom., πῶς οὖν ἐμαυτῷ τοῦτ’ ἐγὼ ξυνείσομαι, φεύγοντ’ ἀπολύσας ἄνδρα ; Ar. V. 999; ἡνίκ’ ἄν τις ἐσθλὸς ὢν αὑτῷ συνειδῇ S. Fr. 931; ὅστις τούτων σύνοιδεν αὑτῷ παρημεληκώς X. An. 2.5.7; σύνισμεν ἡμῖν αὐτοῖς ἀπὸ παίδων ἀρξάμενοι ἀσκηταὶ ὄντες τῶν καλῶν κἀγαθῶν ἔργων Id. Cyr. 1.5.11; συνειδέναι σαυτῷ δοκεῖς οὐπώποτ’ ἀμελήσας αὐτῶν ib. 1.6.4, cf. 3.3.38, HG 2.3.12; οὔτε μέγα οὔτε σμικρὸν σύνοιδα ἐμαυτῷ σοφὸς ὤν Pl. Ap. 21b; ὅταν καὶ μηδὲν σαυτῷ συνειδῇς ἐξαμαρτάνων Isoc. 5.79. in dat., σύνοιδα ἐμαυτῷ ἀντιλέγειν οὐ δυναμένῳ Pl. Smp. 216b; σύνισμεν ἡμῖν αὐτοῖς κηλουμένοις ὑπ’ αὐτῆς Id. R. 607c; τὸ συνειδέναι πεπρακόσιν αὑτοῖς τὰ πράγματα D. 19.208; συνειδόθ’ αὑτῷ φαῦλα διαπεπραγμένῳ Philem. 229. c. dat. rei, know something about a thing, τοῖς διὰ τῶν εἰκότων τὰς ἀποδείξεις ποιουμένοις λόγοις σύνοιδα οὖσιν ἀλαζόσιν Pl. Phd. 92d; διὰ τὸ συνειδέναι τοῖς σφετέροις πράγμασι τετρυ[μ]μένοις καὶ κάμνουσιν ἤδη τῷ πολέμῳ Plb. 1.62.7; σε… συνειδότα τοῖς πρὸς ἐμὲ σοὶ πεπολιτευμένοις Phalar. Ep. 109; καιρὸς… σὲ εἰπεῖν ἃ σύνοισθα τῷ βίῳ ἑκάστῳ what you know about each life, Luc. Gall. 15.
share the knowledge of something with somebody, to be implicated in or privy to it, οὐδὲ ξυνῄδει σοί τις ἔκθεσιν τέκνου ; E. Ion 956; δουλοῖ γὰρ ἄνδρα,… ὅταν ξυνειδῇ μητρὸς ἢ πατρὸς κακά Id. Hipp. 425; ξύνοιδε δ’ οὔτις οἰκετῶν νόσον ib. 40; συνίσασί σοι πάντα ὅσα ἔπραξας X. Cyr. 3.1.9; ξυνίσασ’ εὐναὶ… ὅσα θρηνῶ S. El. 93 (anap.); πλῆθος ὃ ξυνῄδει Th. 4.68; ξυνειδώς τις ibid. ; ὁ συνειδὼς καὶ μὴ φράζων Pl. Lg. 742b; οἱ ξυνειδότες σφίσι Th. 1.20; οἱ συνειδότες πεποιηκότι τι δεινόν Arist. Rh. 1382b6; σύνοισθά που καὶ αὐτὸς ὅτι… Pl. Phdr. 257d; σύνισμεν ὡς… Id. Sph. 232c; σύνοιδέ μοι εἰ ἐπιορκῶ X. An. 7.6.18; συνειδέναι δὲ (sc. τὰς μαντηΐας) καὶ τοὺς Πυθίους Hdt. 6.57; συνειδυίας καὶ τῆς γυναικός Act. Ap. 5.2; — with part. in dat., μήτε τῳ ξυνειδέναι τὸ πρᾶγμα βουλεύσαντι S. Ant. 266; εἰ μὴ συνῄδη Σωκράτει τε καὶ Ἀγάθωνι δεινοῖς οὖσι περὶ τὰ ἐρωτικά Pl. Smp. 193e. in acc., ἀνδράποδα, ἂ συνῄδει τὴν γυναῖκα… θάνατον μηχανωμένην Antipho 1.9, cf. Pl. Lg. 773b, 870d, D. 49.58, 59.67, 61.23.
know well, αὐτὸς ξυνειδώς, ἢ μαθὼν ἄλλου πάρα ; as from his own knowledge, or… ? S. OT 704; so also (unless there is ellipse of reflex. Pron.) σύνοιδα δείν’ εἰργασμένος E. Or. 396; σύνοισθά γ’ εἰς ἔμ’ οὐκ εὔορκος ὤν Id. Med. 495. c. dat. rei.
to be privy to, BGU 1141.50 (i BC); τῷ φόνῳ Sch. Hermog. in Rh. 4.355 W. τὸ συνειδός complicity, τὸ σ. τοῦ πράγματος Plu. Publ. 4; consciousness, τοῦ ἐνδεοῦς Id. 2.84d.
conscience, ὑπὸ συνειδότος ἐπαρρησιάζετο ἀγαθοῦ Paus. 7.10.10, cf. Hld. 6.7, Alciphr. 1.10.5, Chor. p. 38 B. ὡς ἂν συνειδῇς as you may think proper, Aët. 13.2.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

(οἶδα), συνοίδασι Lys. 11.1, συνειδήσω Isocr. 1.16, mitwissen, dasselbe, was Andere wissen, Her. 6.57 ; gew. mit darum wissen, Mitwisser, Mitschuldiger sein, καὶ τίνα σύνοισθά μοι καλουμένῃ βροτῶν ; Aesch. Ch. 214, worauf folgt σύνοιδ' Ὀρέστην πολλά σ' ἐκπαγλουμένην, was einfach ist ich weiß, daß du, eigtl. ich weiß mit dir, von dir, daß du … ; so σύνοιδά τινί τι, ich weiß Etwas von Einem, Her. 8.113, 60 ; συνῃδέετε, 9.58 ; στυγεραὶ ξυνίσασ' εὐναί, ὅσα θρηνῶ, Soph. El. 92 ; αὐτὸς ξυνειδὼς ἢ μαθὼν ἄλλου πάρα, O.R. 704 ; τὸ μήτε δρᾶσαι μήτε τῳ ξυνειδέναι τὸ πρᾶγμα βουλεύσαντι, Ant. 266 ; ξύνοιδα θεόθεν πιτνοῦντ' ἐπὶ δόμοις ἄχη, Eur. Med. 1269 ; οὐδὲ ξυνῄδει σοί τις ἔκθεσιν τέκνου ; Ion 956, u. sonst ; auch σύνοιδα δείν' εἰργασμένος, Or. 396, vgl. Med. 495 ; ξυνειδέναι τί μοι δοκεῖς σαυτῷ καλόν, Ar. Eq. 184, wie ξύνοιδ' ἐμαυτῇ πολλὰ δεινά Th. 477 ; u. in Prosa, bes. so, daß man dabei gewesen ist und Zeuge sein kann, Xen. An. 7.6.18 ; συνειδότες τὴν πρᾶξιν, Hell. 3.3.6 ; σύνοιδέ μοι εἰ ἐπιορκῶ, Her. 9.60 ; ἐγὼ τοῖς λόγοις ξύνοιδα οὖσιν ἀλαζόσιν, d.i. ich weiß, daß die Worte prahlerisch sind, Plat. Phaed. 92d ; ξύνοιδ' ἐμαυτῷ ἀντιλέγειν οὐ δυναμένῳ, ich weiß, daß ich nicht widersprechen kann, Symp. 216b ; auch ἐγὼ οὔτε μέγα οὔτε σμικρὸν ξύνοιδα ἐμαυτῷ σοφὸς ὤν, Apol. 21b ; u. σύνοιδά που καὶ αὐτὸς ὅτι, Phaedr. 257d, wie ξύνισμεν, ὡς αὐτοί τε ἀντειπεῖν δεινοί, Soph. 232c ; ἵνα τούτῳ ταῦτα συνειδῶμεν, damit wir dieses von ihm wissen, Prot. 348b ; mit folgdm acc. c. inf. Antiph. 1.9 ; συνειδὼς ἑαυτῷ τὸ ἀδίκημα, 2 α 6 ; συνῄδει ἐμοὶ ἠδικημένῳ, Dem. 21.2, vgl. 24.124 ; τὸ συνειδός, das Mitwissen, bes. das eigene, das Zeugnis, das sich Einer selbst gibt, das Gewissen, Wolf Dem. Lept. p. 231 ; ib. §.13 ist οἶδα, ich weiß durch Hören, dem σύνοιδα, ich weiß dadurch, daß ich selbst dabei war, entgegengesetzt ; συνειδὼς ἑαυτῷ κακῶς κεχειρικότι, Pol. 25.8.6 ; συνῄδει πολλάκις αὐτῷ διεσφαλμένῳ, 4.14.3, u. öfter, u. Sp., wie Luc., ἃ σύνοισθα τῷ βίῳ ἑκάστῳ Gall. 15.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)

TBESG

ύν-οιδα , pf. with Pres. meaning (see: οἶδα),
[in LXX: Lev.5:1 (יָדַע), Job.27:6; ptcp., 1Ma.4:21 A, 2Ma.4:41 A, 3Ma.2:8 R * ;]
__1. to share the knowledge of, be privy to (Hdt., Thuc., al.): ptcp., Act.5:2.
__2. C. prop. reflex., to be conscious of (Eur., Plat., al.), esp. of guilty consciousness: οὐδὲν γὰρ ἐμαυτῷ σ., for I know nothing against myself, 1Co.4:4.†
(AS)
Translators Brief lexicon of Extended Strongs for Greek based on Abbot-Smith, A Manual Greek Lexicon of the New Testament (1922) (=AS), with corrections and adapted by Tyndale Scholars
memory