GRC
Bailly
συν·τρέχω (f. συνθρέξομαι ou συνδραμοῦμαι, ao.2 συνέδραμον, etc.) :
I courir avec, càd. :
1 lutter à la course avec, dat. PLAT. Pol. 266 c ;
2 courir avec à la suite de, XÉN. Cyr. 2, 2, 9 ;
II courir de différents points vers un même lieu, d’où :
1 se rassembler, HDT. 2, 121 ; 8, 71 ; LYCURG. 149, 40 ; en parl. de nuages, HDT. 1, 87 ;
2 se mêler avec, dat. en parl. de liquides, SOPH. O.C. 160 ;
3 rencontrer, dat. SOPH. Tr. 879 ; avec idée d’hostilité, se rencontrer, en venir aux mains, IL. 16, 335, 337 ; ἐς χεῖρας σ. POL. 2, 33, 5, m. sign. ; σ. τινί, PLUT. Artax. 7, en venir aux mains avec qqn ;
4 fig. aboutir ensemble à, marcher d’accord, s’accorder, avec πρός et l’acc. HDT. 1, 53 ; avec le dat. XÉN. Cyr. 8, 2, 27 ;
5 concourir, concorder, DÉM. 214, 7 ; ISOCR. 130 b ; avec idée de temps, coïncider avec, dat. SOPH. Tr. 295 ; abs. ESCHL. fr. 299 ; EUR. Or. 1215 ;
III se replier sur soi-même, se contracter, HPC. Fract. 775 ; XÉN. Cyn. 10, 17 ; εἰς ἑαυτήν, PLUT. M. 97, 8 d, se replier sur elle-même.
Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »
LSJ
fut. -δραμοῦμαι X. An. 7.6.6; aor.2 συνέδραμον (v. infr.); pf. -δεδράμηκα PTeb. 48.26 (ii BC) : — run together so as to meet in battle, encounter, Πηνέλεως δὲ Λύκων τε συνέδραμον Il. 16.335; ξιφέεσσι σ. ib. 337; εἰς τὰς χεῖρας σ. Plb. 2.33.5; σ. εἰς χεῖράς τινι Plu. Art. 7; metaph, εἰπὲ τῷ μόρῳ ξυντρέχει say with what death she has met, S. Tr. 880 (lyr.).
assemble, gather together, Hdt. 8.71; ἐς τὴν ὁδόν Id. 2.121. δ΄; εἰς τὴν ἐκκλησίαν Lycurg. 16; run up to the rescue, Plu. Cam. 27; συνδράμετε, Ῥωμαῖοι, Lat. concurrite, POxy. 33 iii 8 (ii AD); συνδραμόντων πλειόνων καὶ ἐπιτιμώντων αὐτῷ PLond. 1.106.19 (ii BC); ἐξέπεσον ἐκ τῆς ἰδίας, συνδραμόντων ἐπ’ αὐτοὺς τῶν ὁμοεθνῶν, διὰ τὸ παρασπονδῆσαι τοὺς αὑτῶν οἰκείους Plb. 2.7.6; of clouds, gather, Hdt. 1.87; of liquids, κάθυδρος οὗ κρατὴρ μειλιχίων ποτῶν ῥεύματι συντρέχει is mingled with…, S. OC 160 (lyr.); πρὸς τὴν τῆς ἐκμυζήσεως συναίσθησιν πλεῖον ἐπὶ τοὺς τόπους συντρέχει [τὸ γάλα] Sor. 1.77, cf. Gal. 15.512; ὑπερθοῦ… ἵνα καὶ τὰ κοῦφά σοι συνδράμῃ wait… till your jars come in (accumulate), PFlor. 134*. 7 (iii AD); τῶν ἀργυρίων ὀφλόντων συνδραμεῖν PLips. 64.13 (iv AD); ἔλεγεν… συντρέχειν ἔτη πρὸς τὰ πή said the total amounted to 88 years, UPZ 162v32 (ii BC).
concur, agree, ἀμφοτέρων ἐς τὠυτὸ αἱ γνῶμαι συνέδραμον Hdt. 1.53; συντρέχειν τοῖς κριταῖς concur in the choice of judges, X. Cyr. 8.2.27; μηκέτι τῆς βουλήσεως συνδραμούσης Alex.Aphr. de An. 73.2. of lines, run together, meet, εἰς μίαν βάσιν E. Fr. 382.12; metaph, δεῖ τινα τέσσαρα συνδραμεῖν εἰς οἴκου σύστασιν Arist. Fr. 182; κατὰ τὴν πρόθεσιν αὐτῷ συντρεχόντων τῶν πραγμάτων Plb. 3.43.11.
concur, coincide, of points of time, εἰ μὴ τέρμα συντρέχοι βίου A. Fr. 362; τοῦ… χρόνου τὸ μῆκος αὐτὸ σ. exactly coincides, E. Or. 1215; εἰς ταὐτὸν τὸ δίκαιον ἅμα καὶ ὁ καιρὸς καὶ τὸ συμφέρον συνδεδράμηκεν D. 17.9, cf. Isoc. 6.68; of symptoms, Sor. 2.8; impers., συντρέχει εἰς ἓν τόδε there is a concurrence in this one point, E. Fr. 580; σ. τινί concur or coincide with, S. Tr. 295; συντρέχει τῇ γνώσει τὸ τερπνόν Epicur. Sent.Vat. 27 (= Metrod. Fr. 47); σ. τῇ διαβολῇ concur in, second, Luc. DMeretr. 10.4, cf. Mitteis Chr. 96.11 (iv AD); σ. βασιλῆϊ vie with, AP 7.420 (Diotim.).
run together, shrink up, μύες Hp. Fract. 35; τρίχες X. Cyn. 10.17, cf. Arist. GA 782b27; πλεκτάνη σ. εἰς ἑαυτήν Plu. 2.978d; χιτῶνος ἐπανισταμένου καὶ… εἰς ἑαυτὸν σ. (with the respiration) Gal. 8.744; εἰς ἑαυτό, of a tumour, disappear on pressure, Aët. 7.86; συντρέχοντος τοῦ δέρματος διὰ τὴν ἰδίαν μαλακότητα yielding, Antyll. or lleliod. ap. Orib. 45.18.33.
run a race with, τινι Pl. Plt. 266c.
run alongside, X. Cyr. 2.2.9; συμπαίξωμεν συνδράμωμεν Philostr. Ep. 55.
run away together, σὺν τοῖς λοιποῖς γεωργοῖς PTeb. l.c. (unless in signf. 1.2).
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)
Pape
(τρέχω),
1) zusammenlaufen ; κάθυδρος οὗ κρατὴρ μειλιχίων ποτῶν ῥεύματι συντρέχει, Soph. O.C. 158 ; ἐς τὴν ὁδόν, Her. 2.121.4 ; von Wolken, sich zusammenziehen, 1.87 ; συνδεδράμηκε σχεδὸν ἅπασα ἡ πόλις, Luc. Alex. 13 ; – bes.
a) im feindlichen Sinne, im Kampfe an einander geraten, συνέδραμον, Il. 16.335, 337, u. in späterer Prosa ; συνδραμόντων ἐπ' αὐτοὺς τῶν ὁμοεθνῶν, Pol. 2.7.6, u. öfter.
b) im freundlichen Sinne, übereinkommen, sich vereinigen ; πολλή 'στ' ἀνάγκη τῇδε τοῦτο συντρέχειν, Soph. Trach. 294 ; αἱ γνῶμαι συνέδραμον εἰς τωὐτό, Her. 1.53 ; συντρέχειν τοῖς κριταῖς, sich über die Wahl der Richter vereinigen, Xen. Cyr. 8.2.27 ; τοιαύτης συνδραμούσης προθυμίας αὐτῷ, Pol. 8.17.6. – Daher
c) übertr., übereinstimmen, zusammentreffen, zutreffen ; χρόνου τὸ μῆκος αὐτὸ συντρέχει, Eur. Or. 1215 ; εἰς ταὐτὸ τὸ δίκαιον ἅμα καὶ ὁ καιρὸς καὶ τὸ συμφέρον συνδεδράμηκε, Dem. 17.9 ; οἱ χρόνοι συντρέχουσιν, Pol. 4.2.2, u. öfter.
d) zusammenlaufen, -schrumpfen, sich krümmen, wie Haare von der Hitze, Xen. Cyn. 10.17.
2) gemeinschaftlich, ebenfalls laufen, Plat. Polit. 266c.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
TBESG
συν-τρέχω
[in LXX: Psa.50:18 (עִם רָצָה), עִם רָצָה), 2Ma.2:1-32, Jdt.4.1-15 * ;]
to run together or with: before ἐκεῖ, Mrk.6:33; πρόσ, with accusative, Act.3:11; metaph., 1Pe.4:4.†
(AS)
Translators Brief lexicon of Extended Strongs for Greek based on Abbot-Smith, A Manual Greek Lexicon of the New Testament (1922) (=AS), with corrections and adapted by Tyndale Scholars