GRC

συνέχω

download
JSON

Bailly

συν·έχω, anc. att. ξυν·έχω (f. συνέξω, ao.2 συνέσχον, pf. συνέσχηκα ; pass. f. συσχεθήσομαι ou συνέξομαι, ao. συνεσχέθην, ao.2, συνεσχόμην) :
   I tr. tenir ensemble, d’où :
      1 tenir attaché, retenir, soutenir, maintenir : τὰ ὀστᾶ, PLAT. Phæd. 98 d, les os, en parl. de la peau ; ἅπαντα, PLAT. Phæd. 99 c, soutenir tout, càd. le monde, en parl. d’Atlas ;
      2 maintenir ensemble, tenir rassemblé : τινάς, AR. Lys. 1265, retenir qqes personnes dans l’amitié ; au pass. PLAT. Tim. 43 e ; εἰς ἕν, PLAT. Leg. 945 d, maintenir ou réunir en un tout ; σ. στράτευμα καὶ συναθροίζειν, XÉN. An. 7, 2, 8, retenir et rassembler une armée ; τὴν δύναμιν ἐν τῷ χάρακι, POL. 10, 39, 1, contenir l’armée dans le retranchement ; fig. φόϐοις τὰ πλήθη, POL. 6, 56, 11, contenir les foules par la crainte ;
      3 p. suite, conserver, sauvegarder : τὴν πόλιν, PLAT. Rsp. 440 e ; τὴν πολιτείαν, DÉM. 700, 15, l’État, le gouvernement ; τὰ πράγματα, DÉM. 154, 7 ; POL. 6, 56, 7, les affaires ; τὸν ὅλον κόσμον, XÉN. Mem. 4, 3, 13, l’univers entier ; p. suite, diriger : δύο σχολάς, STR. 650, deux écoles ;
      4 tenir l’un avec l’autre, d’où au pass. se tenir uni l’un à l’autre, en parl. des relalions sexuelles, ARSTT. H.A. 5, 2, 10, etc. ; fig. σ. ἑαυτὸν ἔν τινι, PLUT. Cleom. 34, s’adonner à qqe ch. ;
      5 tenir serré, comprimer : τὼ μηρώ, AR. Nub. 966, serrer les jambes ; τὰ ὦτα αὐτῶν, NT. Ap. 7, 57, se boucher les oreilles ; τὸ πνεῦμα, PLUT. M. 847 b, retenir son souffle ; au pass. être serré, pressé : αἰχμῇσι καὶ ἐγχειριδίοισι, HDT. 1, 214, par les lances et les poignards ; fig. φροντίδι, EUR. Her. 634, être oppressé par un souci ; κακοῖς, AR. Eccl. 1096, être sous l’étreinte du malheur ; δίψῃ, THC. 2, 49, être pressé par la soif ; ἀμηχανίᾳ, XÉN. Œc. 1, 22, être réduit à ne savoir que faire ; πόνῳ, THC. 3, 98, être accablé de fatigue ; νοσήμασι, PLAT. Gorg. 512 a, être accablé par les maladies ;
      6 avoir en soi, contenir : πᾶν σάκος, HÉS. Sc. 315, occuper toute la continuité, càd. tout le bord du bouclier, en parl. de l’image de l’Océan ; au pass. être renfermé : ἐν φρέατι, PLAT. Theæt. 165 b, être enfoncé dans un puits ; fig. τὸ συνέχον, POL. 2, 13, 3 ; 4, 5, 5, etc. ce qui contient en soi toute la question, le point principal ; τὰ συνέχοντα, POL. 6, 46, 6, les points principaux ; τὸ σ. τῆς ἐκκλησίας, POL. 28, 4, 2, le point principal de la délibération ; τὸ σ. τῆς σωτηρίας, POL. 10, 47, 11, le remède principal, le grand remède ; particul. le point principal dans une démonstration juridique, RHÉT. 3, 456 W. ; 4, 140 W. ; QUINT. 3, 11, 9 ;
   II intr.
      1
se tenir ensemble, se réunir : ἵνα ξυνέχουσι τένοντες, IL. 20, 478, là où se réunissent les muscles ; cf. IL. 4, 133 ; 20, 415 ; ARSTT. H.A. 4, 5 ;
      2 être lié à, avoir rapport à, avec πρός et l’acc. SEXT. P. 1, 145 ;
      3 avec idée de temps, continuer, durer, se prolonger, CHRYS.

Fut. moy. συνέξομαι au sens pass. DÉM. 1484, 23 ; part. ao.2 moy. συσχόμενος (var. συνεχόμενος) au sens pass. PLAT. Theæt. 165 b.

Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

aor. συνέσχον ; — Med., fut. συνέξομαι in pass. sense, D. Ep. 3.40; so συσχόμενος (v. infr.), Pl. Sph. 250d; — Pass., aor. συνεσχέθην Epicur. Ep. 2 p. 35U. ; fut. inf. συσχεθήσεσθαι Phld. Ir. p. 97 W. : — hold or keep together, confine, secure, ὅθι ζωστῆρος ὀχῆες χρύσειοι σύνεχον [θώρηκα] Il. 4.133, 20.415; ἵνα τε ξυνέχουσι τένοντες ἀγκῶνος where the sinews of the elbow hold [it] together, ib. 478 (but perh.
meet, v. infr. II); Ὠκεανός… συνεῖχε σάκος enclosed, compassed it, Hes. Sc. 315; Αἴτνα σ. [Τυφῶνα] Pi. P. 1.19; τὼ μηρὼ σ.
hold them together, Ar. Nu. 966; τὰ σκέλη [τοῦ βρέφους] συνεχέτω Sor. 1.101; τοὺς τρεῖς ξυνέχων τῶν δακτύλων Ar. V. 95; συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν closed or stopped their ears, Act. Ap. 7.57; μηδὲ συσχέτω ἐπ’ ἐμὲ φρέαρ τὸ στόμα αὐτοῦ let not the pit close its mouth upon me, LXX Ps. 68 (69).15, cf. Is. 52.16; τὸ δέρμα σ. [τὰ ὀστᾶ] Pl. Phd. 98d; Ἄτλας ἅπαντα σ. ib. 99c; λάκκους συντετριμμένους, οἳ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν LXX Je. 2.13; — Pass., τὸ λεγόμενον 'ἐν φρέατι συσχόμενος' trapped in a well, Pl. Tht. 165b; ὁ καρπὸς… ἂν μὴ πλυθῇ… συνέχεται sticks together, Thphr. HP 3.15.4; τὸ στόμα οὐ συνεσχέθη ἔτι my mouth was no longer closed, LXX Ez. 33.22.
keep together, keep from dispersing, στράτευμα, δύναμιν, X. An. 7.2.8, D. 8.76; σ. ἐν τῷ χάρακι Plb. 10.39.1; ὥπλισε… καὶ συνεῖχε τοῦ τείχους ἐντός Plu. Cam. 23; περὶ Κύπρον σ. τὸ ναυτικόν Id. Cim. 18; continue, keep on, μὴ πλείους πέντε ἡμερῶν σύσχῃς τὸ ὕδωρ (the flooding) PCair. Zen. 155.5 (iii BC); keep, τοὺς πολίτας σ. ἐν τοῖς ὅπλοις Plu. Sol. 22, cf. 2.193e; προστάξαντος αὐτοῦ ἐν τοῖς ὅπλοις συνέχειν ἑαυτόν, ὁ δὲ ἀπεδύσατο Ael. VH 14.48; preserve, οἱ ἅλες ἐπὶ πλεῖστον [τὰ σώματα] συνέχοντες Ph. 2.255; maintain, σ. τοὺς στρατιώτας ἐκ τῶν ἱεροσυληθέντων λειψάνων D.S. 16.61; — Pass., to be continuous, Parm. 8.23; to be maintained, πᾶσα ἕξις… ὑπὸ τῶν καταλλήλων ἔργων συνέχεται καὶ αὔξεται Arr. Epict. 2.18.1. of social and political order, σ. πόλεις keep states together, keep them from falling to pieces, maintain them, E. Supp. 312, cf. And. 1.9; τὸ φρονεῖν σ. δώματα E. Ba. 392 (lyr.), cf. 1308; καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους ἡ κοινωνία σ. Pl. Grg. 508a; ἡ τὰ πάντα πολιτεύματα συνέχουσα εἰς ἓν δίκη Id. Lg. 945d, cf. Plt. 311c; σ. τὴν πολιτείαν D. 24.2; τὴν πολιτικὴν κοινωνίαν Arist. Pol. 1278b25, cf. 1270b17; ὀρθῶς ἐν τῇ Ἑλλάδι τὴν δύναμιν τῶν Ἀθηναίων συνεῖχεν Plu. Per. 22; ἐν οἴνῳ τὰς ἀρχὰς συνεῖχε conducted the government over wine, Id. 2.714b; also ὁ τὸν ὅλον κόσμον συντάττων καὶ συνέχων X. Mem. 4.3.13, cf. LXX Wi. 1.7; ξ. τὴν εἰρεσίαν keep the rowers together, make them pull in time, Th. 7.14; — Pass., μετ’ ἀλλήλων συνέχεσθαι Pl. Ti. 43e.
keep together in friendship, ἁμέ Ar. Lys. 1265 (lyr.); τοὺς ἐρωμένους Ath. 13.563e; — Pass., τὸ ὂν συνέχεται… φιλίᾳ Pl. Sph. 242e; τὰ πράγματα ὑπ’ εὐνοίας D. 11.7. Pass. also, engage in close combat, ἐγχειριδίοισι Hdt. 1.214; of sexual intercourse, Arist. HA 540a24, GA 731a19, Thphr. Char. 28.3.
occupy or engage, ἑαυτὸν ἐν γυναιξὶ καὶ θιάσοις Plu. Cleom. 34; [γυναῖκα] συνέχειν ἐπὶ καπηλείου Id. 2.785d.
contain, comprise, embrace, εἷς λόγος πάσας τὰς αἰσθήσεις σ. Pl. Hp. Mi. 374d; τὸ συνέχον the chief matter, Plb. 2.12.3, Cic. Att. 9.7.1, Gal. 16.516; τὸ σ. καὶ κυριώτατον Phld. Lib. p. 22 O. ; τὰ συνέχοντα Plb. 6.46.6, Gal. 15.2; τὰ σ. ἀγαθά Phld. D. 1.25; c. gen., τὸ σ. τῆς ἐκκλησίας the chief reason for…, Plb. 28.4.2, cf. 4.51.1, 18.39.3; τῆς σωτηρίας the chief means of…, Id. 10.47.11; τὰ σ. τῶν ἐγγράπτων the chief clauses, Id. 3.27.1; τὸ σ. τῆς ἐννοίας Id. 3.29.9, cf. 4.5.5, 18.44.2; — Pass., τὸν πρὸς τῇ ὑπεκλύσει πυρετὸν ὑπ’ ἄλλης αἰτίας συνέχεσθαι is chiefly caused (cf. συνεκτικός) by…, Sor. 2.4.
detain, τὰς καμήλους ἐν τῇ Νεχθενίβιος (sc. κώμῃ) PMich. Zen. 103.3 (iii BC); sequestrate, PEnteux. 3.7, 85.3 (iii BC); keep under arrest, PMich. Zen. 36.6 (iii BC), BGU 1824.27 (i BC), Ev. Luc. 22.63; προσαπήγαγέν με εἰς τὴν φυλακὴν καὶ συνέσχεν ἐφ’ ἡμέρας δ PEnteux. 83.7 (iii BC), cf. 84.11 (iii BC); — Pass., συνέχομαι ἐμ φυλακῇ PPetr. 2 p. 50 (iii BC), cf. PCair. Zen. 347.3 (iii BC), PRyl. 65.11 (i BC), etc. ; of things held as security, PCair. Zen. 373.3 (iii BC).
constrain or force one to a thing, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ σ. ἡμᾶς 2 Ep. Cor. 5.14; oppress, Ev. Luc. 8.45, 19.43; ἡ σκληροκοιτία λυπεῖ καὶ σ. τὸ σῶμα Gal. 15.196; — used by early writers only in Pass., συνέχεσθαί τινι to be constrained, distressed, afflicted, and, generally, to be affected by anything whether in mind or body, πατρὶ συνείχετο… χαλεπῷ Hdt. 3.131; ξ. τοῖσι Λυκούργου πατριώταις Pherecr. 11; σ. πολέμῳ, δουληΐῃ, Hdt. 5.23, 6.12; ὀνείρασι A. Pr. 656; φροντίδι E. Heracl. 634; δίψῃ, πόνῳ, Th. 2.49, 3.98; πυρετῷ Ev. Luc. 4.38; κακῷ Ar. Ec. 1096; μεγάλοις καὶ ἀνιάτοις νοσήμασιν Pl. Grg. 512a; πάσῃ ἀπορίᾳ Id. Sph. 250d; ἀγρυπνίαις IG4²(1).122.50 (Epid., iv BC); τῷ λόγῳ (v.l. πνεύματι) Act. Ap. 18.5; γέλωτι συσχεθέντα τελευτῆσαι D.L. 7.185; ἔρωτι συσχεθείς Conon 40.3; ἄνθρωπος συνεχόμενος ἀπὸ οἴνου LXX Je. 23.9; συνεχομένη τῇ συνειδήσει ib. Wi. 17.11.
constrain, hinder, hold back, E. Rh. 59; σύσχῃ τὸν οὐρανόν shut up the heaven, LXX De. 11.17; συνεσχέθη ὁ ὑετὸς ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ ib. Ge. 8.2; συνεσχέθη ἡ θραῦσις ἐπάνωθεν Ἰσραήλ the plague was stayed from Israel, ib. 2 Ki. 24.25; metaph, ὑπὸ τοῦ γένους A.D. Adv. 122.22, cf. Synt. 342.18.
hold at the same time, δύο σχολάς Str. 14.1.48.
buy up and withhold, make a corner in, σῖτον LXX Pr. 11.26.
Gramm., σ. τὸ ἄρθρον to be accompanied by the article, A.D. Synt. 35.2, al. συνέσχον I also received…, BGU 577.16 (iii AD), etc.
intr., meet, v. supr. I. 1; εἰς ἕν Arist. HA 530b27; πρός τι to be connected with, S.E. P. 1.145.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

(ἔχω u. συνόχωκα), mit, zugleich, zusammen halten, verbinden, befestigen ; ὅθι ζωστῆρος ὀχῆες χρύσειοι σύνεχον, Il. 4.133, 20.415 ; u. intr., ἵνα τε ξυνέχουσι τένοντες ἀγκῶνος, 20.478, wo die Sehnen zusammenhalten ; Hes. Sc. 315 ; festhalten, einschließen, κίων συνέχει οὐρανία, Pind. P. 1.19 ; ὁπόταν συνέχῃ τούτῳ τῷ πλέγματι, Plat. Polit. 311c ; λυθείσης τῆς τὰ πάντα πολιτεύματα ξυνεχούσης εἰς ἓν δίκης, Legg. XII.945d, u. öfter, u. Folgde ; τὸ ξυνέχον, was die Hauptsache ausmacht, in sich hält, Pol. öfter, u. a.Sp.; τὰ συνἑχοντα θεωρήματα τῆς ῥητορικῆς, S.Emp. adv.rhet. 113. – Συνέχειν τὸ στράτευμα καὶ συναθροίζειν, Xen. An. 7.2.8, das Heer zusammenhalten, wie τὴν δύναμιν συνεῖχεν ἐν τῷ χάρακι, Pol. 10.39.1 ; auch zurückhalten, τὸ πλεῖστον μέρος τῆς δυνάμεως συνεῖχεν ἐπ' αὐτόν, 3.101.8 ; φόβοις τὰ πλήθη, 6.56.11 ; erhalten, τοῦτο συνέχει τὰ Ῥωμαίων πράγματα, 6.56.7 ; συνέχειν τὸ διαδιδράσκον, Luc. Gymn. 29. – Pass., bes. von allen leiblichen u. geistigen Zuständen, von denen Einer ergriffen ist, mit denen er behaftet ist, in denen er sich befindet ; τοιοῖσδε πάσας εὐφρόνας ὀνείρασιν ξυνειχόμην, Aesch. Prom. 659 : ξυνέχεσθαι κακῷ, Ar. Eccl. 1096 ; φροντὶς ᾗ συνεσχόμην, Eur. Heracl. 634 ; δουληΐῃ συνέχεσθαι, in Knechtschaft gehalten werden, Her. 7.12 ; u. eigtl., αἰχμῇσι καὶ ἐγχειριδίοισι συνέχεσθαι, mit Speeren u. Schwertern in die Enge getrieben werden, 1.214 ; πατρὶ συνέχεσθαι, vom Vater gedrängt, belästigt werden, 3.131 ; ἀνιάτοις νοσήμασι συνεχόμενος, Plat. Gorg. 512a ; ὀνείδει, ἀγνοίᾳ ξυνεχόμενος, Legg. IX.863c ; XII.944e ; πάσῃ συνεχόμεθα ἀπορίᾳ, Soph. 250d, v.l. συνεσχόμεθα, wie auch Theaet. 165b ἐν φρέατι συσχόμενος der aor. med. passivisch gebraucht ist, v.l. συνεχόμενος ; συνέχεσθαι τοῖς κακοῖς, Isocr. 5.8 ; τῇ δίψῃ ἀπαύστῳ ξυνεχόμενοι, Thuc. 2.49, vgl. 3.98 ; συνέχεσθαι τοῖς πολέμοις, Pol. 1.7.9 ; τῷ λιμῷ συνέσχηντο, 3.62.4 ; u. a.Sp., öfter.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)

TBESG

συν-έχω
[in LXX for עָצָר, חָבַר, etc. ;]
__1. to hold together (τ. συνέχον τ. πάντα, Wis.1:7): of closing the ears, Act.7:57 (τ. στόμα, Isa.52:15); to hem in, press on every side: Luk.8:45 19:43.
__2. to hold fast;
__(a) of a prisoner, to hold in charge (Luc.; cf. exx. in Deiss., BS, 160; MM, xxiv): Luk.22:63;
__(b) to constrain: 2Co.5:14; pass., Luk.12:50, Act.18:5 (τ. λόγῳ; cf. Field, Notes, 128), Php.1:23; in pass., of ills, to be seized or afflicted by, suffering from: Mat.4:24, Luk.4:38 8:37, Act.28:8.†
(AS)
Translators Brief lexicon of Extended Strongs for Greek based on Abbot-Smith, A Manual Greek Lexicon of the New Testament (1922) (=AS), with corrections and adapted by Tyndale Scholars
memory