GRC
Bailly
'
συμ·πίπτω,
anc. att.
ξυμ·πίπτω (f. -πεσοῦμαι, ao.2 συνέπεσον, pf. συμπέπτωκα) :A tomber en se heurtant contre,
d’où : I tomber sur, se heurter contre : τινί, XÉN.
Cyr. 2, 1, 11 ; SOPH.
Aj. 467 ; POL.
1, 45, 8, etc. ; εἰς ἀγῶνά τινι, SOPH.
Tr. 20 ; ou πρός τινα, PLUT.
Pomp. 70, contre qqn, en venir aux mains avec qqn ;
en parl. de navires : ξ. πρὸς ἀλλήλας. THC.
2, 84, se jeter les uns sur les autres ;
abs. en parl. de combattants, en venir aux mains, LUC.
Tox. 36 ; II se jeter dans,
dat. en parl. d’un fleuve, PLUT.
Syll. 14 ; fig. tomber dans : ἀσιτίῃσι, HDT.
3, 52, dans la disette : κακοῖς, SOPH.
Aj. 429, dans le malheur ; εἰς τοῦτο ἀνάγκης, THC.
1, 49, en venir à cette nécessité ;
III se rencontrer :
1 au propre, se réunir, se rencontrer : ἐπ' ἀλλήλων, PLAT.
Theæt. 195 a, les uns avec les autres ;
abs. ARSTT.
H.A. 1, 16 ; 2 avec idée de temps, survenir en même temps, coïncider, HDT.
9, 100 ; avec un part. καὶ τόδε ἕτερον συνέπεσε γενόμενον, HDT.
9, 101, en même temps survint cet autre événement ;
cf. HDT.
1, 82 ; 5, 36 ; impers. συμπίπτει, en même temps il arrive,
avec un inf. HDT.
1, 139 ; avec ὥστε
et l’inf. HDT.
8, 15, 132, 141 ; ou une prop. inf. HDT.
5, 35 ; THC.
4, 68, etc. ; τὰ συμπίπτοντα, EUR.
Œnom. fr. 576, 2 Nauck, etc. les événements ; πρὸς τὸ συμπῖπτον, XÉN.
Cyr. 8, 5, 16, selon les circonstances ;
3 fig. tomber d’accord avec,
dat. HDT.
7, 151 ; 6, 8 ; EUR.
Tr. 1036 ; PLAT.
Rsp. 473 d,
etc. ;B tomber à la fois,
càd. : 1 s’affaisser : τινὶ πρὸς τὰ γόνατα, POL.
39, 3, 1, tomber aux genoux de qqn ;
2 s’écrouler,
en parl. d’un toit, d’une maison, EUR.
H.f. 905 ; XÉN.
An. 5, 2, 24 ; ὑπὸ σεισμοῦ, THC.
8, 41, par l’effet d’un tremblement de terre ;
3 p. anal. s’affaisser,
en parl. du corps, PLAT.
Phæd. 80 c ; PLUT.
M. 516 c ;
d’où se creuser,
en parl. des tempes, HPC.
36, 31 ; des yeux, ARSTT.
H.A. 6, 3 ; du visage, PHILSTR.
Im. p. 674.
➳ Impf. itér. συμπίπτεσκον, EMPÉD. 59 Diels.
'
Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »
LSJ
Ion. Iterat. συμπίπτεσκον Emp. 59 : — fall together, meet violently, of winds, σὺν δ’ Εὖρός τε Νότος τ’ ἔπεσον Od. 5.295; of two champions beginning to fight, fall to, fight hand to hand, σύν ῥ’ ἔπεσον Il. 7.256, 21.387; opp. distant fighting, συμπεσόντας αἰχμῇσι καὶ ἐγχειριδίοισι συνέχεσθαι Hdt. 1.214, cf. 5.112, Pi. I. 4 (3).51 (69), Luc. Tox. 36; ἐς νείκεα σ. Hdt. 3.120, 9.55; of a hound, σὺν δὲ πεσών PCair. Zen. 532.7 (iii BC); c. dat. pers., ξυμπεσὼν μόνος μόνοις S. Aj. 467; εἰς ἀγῶνα τῷδε συμπεσών Id. Tr. 20; σ. πολεμίοις X. Cyr. 2.1.11; εἰς μάχην θηρίῳ D.S. 3.35; ἀντίοι σ. τοῖς ὑποζυγίοις Plb. 3.51.5; of ships, λάβρῳ κλύδωνι σ. E. IT 1393; ξυμπεσούσης νηΐ νεώς Th. 7.63; ξ. πρὸς ἀλλήλας τὰς ναῦς Id. 2.84. generally, fall in with, meet with, esp. with accidents or misfortunes, c. dat. rei, ἀσιτίῃσι Hdt. 3.52; φόνῳ S. OT 113; κακοῖς τοιοῖσδε Id. Aj. 429; but simply, fall in with, meet, τινι UPZ 62.10 (ii BC), PTeb. 58.56 (ii BC). of accidents, ailments, symptoms, events, fall upon, happen to, τοῖσιν αὐτουργίαι ξυμπέσωσιν μάταιοι A. Eu. 337 (lyr.); ἐάν ποτέ σοι σ. καιρός Isoc. 1.32; εὐπαιδίας τυχεῖν ἅμα καὶ πολυπαιδίας… καὶ τοῦτ’ αὐτῷ συνέπεσεν Id. 9.72; ἀσθένεια, νοσήματα σ. τινί, Pl. Ti. 17a, 82c; συμπίπτει τοῖσι πλείστοισι τοιάδε· ἐρυθήματα προσώπου κτλ. Hp. Acut. (Sp.) 6; πάθη D. 26.18; ἡμῖν σ. πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς φιλία Pl. Lg. 698c; σ. τι ἔς τινας Hdt. 7.137. abs., happen, occur, τῆς αὐτῆς ἡμέρης συμπιπτούσης τοῦ τε ἐν Πλαταιῇσι καὶ τοῦ ἐν Μυκάλῃ… τρώματος Id. 9.100; τοιούτων καιρῶν συμπεσόντων Lys. 19.24; τῶν κακῶν τῶν σ. Philem. 101. [4]; of heavenly bodies, coincide, Vett.Val. 190.9 (sed leg. συνεμπέσῃ). c. part., like τυγχάνω, καὶ τόδε ἕτερον συνέπεσε γενόμενον Hdt. 9.101; συνεπεπτώκεε ἔρις ἐοῦσα Id. 1.82; Ἀρισταγόρῃ συνέπιπτε τοῦ αὐτοῦ χρόνου πάντα ταῦτα συνελθόντα Id. 5.36; but part. is sts. omitted, ἐὰν ἴσοι συμπέσωσιν (sc. ὄντες) Arist. Pol. 1318a39. freq. impers. or with neut. pron., it happens, comes to pass, folld. by inf., τόδε σφι ὧδε συμπέπτωκε γίνεσθαι Hdt. 1.139; by ὥστε c. inf., Id. 8.15, 132, 141; ξυνέπεσεν ἐς τοῦτο ἀνάγκης ὥστε… matters came to such a pass that…, Th. 1.49; or c. acc. et inf., συνέπιπτε [αὐτὸν] ἀπῖχθαι Hdt. 5.35, cf. Th. 4.68, etc. ; πρὸ ρκ’ ἐτῶν συνέπεσε κατ’ αὐτὰς τὰς χειμερινὰς τροπὰς ἄγεσθαι τὰ Ἴσια Gem. 8.21; c. dat. et inf., ὅσαις ἂν… συμπέσῃ ἐμέσαι Arist. HA 588a1; ὅταν ἀτυχεῖν σοι συμπέσῃ τι Philippid. 18; εἴ τινι συνέπεσε τὸν ἀδελφεὸν ἀπολέσθαι SIG 306.7 (Tegea, iv BC); abs., ἀπὸ ταὐτομάτου, ἀπὸ τύχης, διὰ τύχην σ., Arist. Cael. 289b22, Rh. 1385b2, Pol. 1270b20; τὰ συμπίπτοντα one΄s lot or fortune, E. Fr. 572, cf. Isoc. 2.35; πρὸς τὸ συμπῖπτον ἀεὶ διατάττων X. Cyr. 8.5.16; τὸ συμπεσόν the incident, Arist. Pol. 1284a32; καθάπερ ἐν κατάρροις ἐνίοτε συμπίπτει Gal. 16.527, cf. 18(2).185, al.
coincide, agree or be in accordance with, σ. τούτοισι τόνδε τὸν λόγον Hdt. 7.151; ὥστε σ. τὸ πάθος τῷ χρηστηρίῳ turned out in accordance with it, Id. 6.18; abs., agree by chance, Id. 2.49; εἰς ταὐτὸν σ.
agree in one, Pl. Tht. 160d, R. 473d, etc. ; ἐμοὶ σὺ συμπέπτωκας ἐς ταὐτὸν λόγου have come to exactly the same point with me, E. Tr. 1036.
fall together, i.e.
fall in, esp. of a house, συμπίπτει στέγη Id. HF 905; πόλις ὑπὸ σεισμοῦ ξυμπεπτωκυῖα Th. 8.41; οἰκία σ. X. An. 5.2.24; φοβουμένη μὴ συμπέσῃ [τὸ ἰσιεῖον] PEnteux. 6.3 (iii BC); esp. of the vessels of the body, fall in, collapse, Hp. Off. 13, Sor. 1.16, al. ; οἱ κρόταφοι συμπίπτουσι Gal. 18(2).29; μυκτῆρες συμπεπτωκότες, opp. ἀναπεπταμένοι, X. Eq. 1.10; σῶμα συμπεσόν a frame fallen in or emaciated, Pl. Phd. 80c; ὀφθαλμοὶ σ. Arist. HA 561a21; αἱ κοιλίαι σ. τοῦ νέφους Id. Pr. 940b31, al. ; of plant-structures, Thphr. CP 1.4.4; collapse, of animals, PSI 6.584.25 (iii BC); of the heart, contract, Ruf. Syn. Puls. 3.6; συνέπεσε τῷ προσώπῳ his face fell, LXX Ge. 4.5; τὸ πρόσωπον συνέπεσεν ib. 1 Ki. 1.18; -πέπτωκα τῇ καρδίᾳ ἀπὸ μερίμνης ib. 1 Ma. 6.10. σταφυλὴ λευκὴ συμπεπτωκυῖα dried grapes, Aët. 9.30; πάντα δεδομένα κρέα συμπεπτωκότα ἔστω μέχρι δυοῖν ἡμερῶν hung, ibid. fall together, fall into the same line, σ. ἐπ’ ἀλλήλων ὑπὸ στενοχωρίας impinge one on another, Pl. Tht. 195a; converge, meet, τὸ τὰς παραλλήλους σ. οἴεσθαι Arist. APo. 77b23, cf. Euc. 1 Def. 23, Archim. Spir. 20, al. ; οἱ πόροι παρ’ ἀλλήλους εἰσὶ καὶ οὐ σ. Arist. HA 495a15; of the sides of a triangle, Plb. 2.14.5; of a river, σ. τῷ Κηφισῷ Plu. Sull. 16.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)
Pape
(πίπτω), zusammenfallen, -stoßen, -treffen ; bes. im Kampfe, handgemein werden, σύν ῥ' ἔπεσον, Il. 7.256, 21.387 ; u. von zusammenstoßenden Winden, σὺν δ' Εὖρός τε Νότος τ' ἔπεσε, Od. 5.295 ; συμπεσεῖν αἰχμᾷ, Pind. I. 3.69 ; Her. 1.215 ; εἰς ἀγῶνα τῷδε συμπεσὼν μάχης, Soph. Trach. 20, vgl. Aj. 462 ; u. εἰς νεῖκος, Her. 9.55 ; πολλῆς ἔριδος συνέπεσε κλύδων, Eur. Hec. 118 ; auch ναῦς λάβρῳ κλύδωνι συμπεσοῦσα, I.T. 1393 ; ξυμπεσούσης νηῒ νεώς, Thuc. 7.63 ; – zusammentreffen, übereinstimmen, ἐμοὶ σὺ συμπέπτωκας ἐς ταὐτὸν λόγου, Eur. Troad. 1036 ; Her. absol., 9.101 ; ὥστε συμπεσέειν τὸ πάθος τῷ χρηστηρίῳ, 6.18, 7.151 ; – zusammen einstürzen, πόλιν ὑπὸ σεισμοῦ ξυμπεπτωκυῖαν, Thuc. 8.41 ; zusammenfallen, Plat. Phaedr. 245e ; ξυμπεσὸν σῶμα, Phaed. 80c, wie πρόσωπον συμπεπτωκός, ein zusammengefallenes, eingefallenes Gesicht, das durch Krankheit abgemagert ist, Jacobs Philostr. imagg. p. 674 ; – συνέπεσε τῷ στρατηγῷ πρὸς τὰ γόνατα, fiel ihm zu Füße, Pol. 39.3.1 ; – zu gleicher Zeit sich ereignen, sich zutragen, sich treffen, τοῖσιν αὐτουργίαι ξυμπέσωσιν μάταιοι, Aesch. Eum. 322 ; Ἀρισταγόρῃ δὲ συνέπιπτε τοῦ αὐτοῦ χρόνου πάντα ταῦτα συνελθόντα, Her. 5.36 ; πλεῖστοι κίνδυνοι εἰς τὸν αὐτὸν χρόνον, Isocr. 4.71 ; καθ' ἡμέραν, 2.91 ; ἄλλα παθήματα ξυμπίπτει, Plat. Polit. 270d ; ἡ μνήμη ταῖς αἰσθήσεσι ξυμπίπτουσα εἰς ταὐτόν, Phil 39a ; ἐν ᾗ συμπέπτωκεν ἅμα τό τε ποιεῖν καὶ τὸ ἐπίστασθαι χρῆσθαι τούτῳ, Euthyd. 289b, vgl. Rep. V.473d ; – u. imperson., συνέπιπτε γὰρ καὶ τὸν ἐστιγμένον ἀπῖχθαι, Her. 5.35, u. mit folgdm ὥστε, 8.15, 132, 141 ; ξυνέπεσε τὸν κήρυκα κηρῦξαι, Thuc. 4.68.
Uebertr., hineingeraten in einen Zustand, verfallen in Etwas, κακοῖς τοιοῖσδε συμπεπτωκότα, Soph. Aj. 424, συμπίπτει φόνῳ, O.R. 113, und umgekehrt, ἀσθένειά τις αὐτῷ συνέπεσεν, Plat. Tim. 17a, ξυνέπεσεν εἰς τοῦτο ἀνάγκης, Thuc. 1.49.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
TBESG
1. to fall together, meet in battle, come to blows , Lat. concurrere, [Homer (8th/7th c.BC), Herdotus Historicus (Refs 5th c.BC)]: ς. ἐς νείκεα [Herdotus Historicus (Refs 5th c.BC)]: to encounter , κλύδωνι [Euripides (Refs 5th c.BC)]; νηί [Thucydides (Refs 5th c.BC)]
2. generally, to fall in with, meet with accidents, misfortunes, with dative, [Herdotus Historicus (Refs 5th c.BC), Sophocles Tragicus (Refs 5th c.BC)]
3. of ailments, events, to fall upon, happen to , with dative pers., [Aeschulus Tragicus (6th/5th c.BC), Isocrates Orator (5th/4th c.BC)]; also ἔς τινα [Herdotus Historicus (Refs 5th c.BC)]
4. absolute to happen or fall out at the same time, concur , [Herdotus Historicus (Refs 5th c.BC)]
5. with part, like τυγχάνω, τόδε συνέπεσε γενόμενον [Herdotus Historicus (Refs 5th c.BC)]
6. impersonal, συνέπεσε, it happened, fell out, came to pass , with infinitive, [Herdotus Historicus (Refs 5th c.BC)]; ξυνέπεσεν εἰς τοῦτο ἀνάγκης ὥστε . . matters came to such a pass that . ., [Thucydides (Refs 5th c.BC)]; or with accusative et infinitive, [Thucydides (Refs 5th c.BC)]
7. to coincide, agree or be in accordance with , τινί [Herdotus Historicus (Refs 5th c.BC)]: absolute to agree exactly , [Herdotus Historicus (Refs 5th c.BC)]; ἐμοὶ σὺ συμπέπτωκας ἐς ταὐτὸν λόγου have come to exactly the same point with me, [Euripides (Refs 5th c.BC)]
8. to fall together , i. e. fall in, collapse , of a house, Lat. concidere, [Euripides (Refs 5th c.BC), Thucydides (Refs 5th c.BC)]; σῶμα συμπεσόν a frame having collapsed from disease, [Plato Philosophus (5th/4th c.BC)]
9. συμπίτνω poetry for συμπίπτω, when the penultimate is to be short
10. to fall or dash together , of waves, [Aeschulus Tragicus (6th/5th c.BC)]
11. to concur , [Aeschulus Tragicus (6th/5th c.BC)]; with dative, [Euripides (Refs 5th c.BC)] (ML)
Translators Brief lexicon of Extended Strongs for Greek based on Abbot-Smith, A Manual Greek Lexicon of the New Testament (1922) (=AS), with corrections and adapted by Tyndale Scholars