GRC

πρόσω

download
JSON

Bailly

adv. et prép., en avant :
A adv. :
   I (avec idée de lieu) :
      1 en avant, avec un verbe de mouv. (ὄρμενα, IL. 11, 572 ; ἵεσθαι, IL. 12, 274 ; πέτεται, IL. 16, 265 ; ἀΐξας, IL. 17, 734 ; νέμεσθαι, HDT. 3, 133 ; πέμπειν, ESCHL. Ag. 853 ; βῆναι, SOPH. Tr. 195 ; ἕρπειν, SOPH. Tr. 547, etc.) ; τὸ πρόσω, HDT. 7, 30, etc. ; XÉN. An. 1, 3, 1, m. sign. ;
      2 p. suite, au loin, avec un verbe de mouv. (ἀποστατῶν, ESCHL. Eum. 65 ; βεϐηκώς, EUR. Ph. 596, etc.) ; avec un verbe de repos, mais impliquant l’idée d’un mouv. antér. (γενέσθαι, XÉN. Cyr. 4, 3, 16, etc.) ou marquant la direction vers (λεύσσειν, SOPH. fr. 737, etc.) ;
   II (avec idée de temps) en avant, càd. dans l’avenir : ὁρᾶν πρόσσω καὶ ὀπίσσω, IL. 18, 250, voir dans l’avenir et dans le passé (v. ὀπίσω) ;
B prép. :
   I (avec idée de lieu) :
      1 en avant dans, càd. profondément dans : τοῦ ποταμοῦ, XÉN. An. 4, 3, 28, en avant ou profondément dans le fleuve ; fig. πρ. πάνυ τῆς πλεονεξίας, XÉN. Cyr. 1, 6, 39, très avant dans la voie de la cupidité ; ἐς τὸ πρ. HDT. 1, 5 ; 3, 56, etc. en avant dans, à un haut degré, etc. ;
      2 loin de : οὐ πρ. τοῦ Ἑλλησπόντου, HDT. 5, 13, non loin de l’Hellespont ; avec ἀπό : πρ. ἀπὸ τῆς πόλεως, ISOCR. 362 d, loin de la ville ; προσωτάτω ἀπό τινος, SOPH. El. 391, le plus loin possible de qqn ;
   II (avec idée de temps) en avant dans : τῆς νυκτός, HDT. 9, 44, très avant dans la nuit.

 Cp. προσωτέρω, HDT. 1, 105, etc., ou προσώτερον, DH. 1, 185 Reiske. • Sup. προσωτάτω, HDT. 4, 43, ou προσώτατα, HDT. 2, 103 ; SOPH. El. 391.

Épq. πρόσσω, HOM. ll. cc.

Étym. πρό, cf. πόρρω.

Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

Ep., Ion., Pi., Trag. (but f.l. for πρὸ ἕω in Th. 4.103); poet. πρόσσω ; also πόρσω, Pi., Trag. ; later Att. πόρρω Pl., X., Com., Oratt. (πρόσω should be restored in S. Fr. 858.3 and πόρσω in E. Rh. 482); Th. never uses the word. — Regul. Comp. and Sup. προσωτέρω, πορρωτέρω, προσωτάτω, πορρωτάτω, v. προσωτέρω ; poet. Comp. πόρσιον Pi. O. 1.114; Sup. πόρσιστα Id. N. 9.29. Adv.; (< πρό). abs. ; of Place, generally with a notion of motion, forwards, onwards, π. ἄγειν, φέρειν, Il. 18.388, Od. 9.542, etc. ; [δοῦρα] ὄρμενα πρόσσω Il. 11.572; ἵπποι πρόσσω μεμαυῖαι ib. 615; πρόσω ἵεσθε 12.274, etc. ; π. πᾶς πέτεται 16.265; π. κατέκυψε ib. 611; π. ἀΐξας 17.734; π. τετραμμένος αἰεί ib. 598; νέμεσθαι π. Hdt. 3.133; παραγγεῖλαι, πέμψαι π., A. Ag. 294, 853; βῆναι, ἕρπειν π., S. Tr. 195, 547; μὴ πόρσω φωνεῖν speak no further, Id. El. 213 (lyr.); μηκέτι πάπταινε πόρσιον Pi. O. 1.114; with Art., πορεύεσθαι αἰεὶ τὸ πρόσω Hdt. 7.30, cf. 9.57; also ἰέναι τοῦ π. X. An. 1.3.1; ἤϊε αἰεὶ ἐς τὸ π. Hdt. 3.25. of Distance, far off, παπταίνειν τὰ πόρσω Pi. P. 3.22; ἐγγὺς παρεστὼς καὶ πρόσω δ’ ἀποστατῶν A. Eu. 65; ὡς ἀπ’ ὀμμάτων, πρόσω S. OC 15; πρόσω λεύσσειν to see at a distance, Id. Fr. 858.3; πόρρω ποι ἀπεσκοποῦμεν Pl. R. 432e; ἐγγύς, οὐ πρόσω βεβηκώς E. Ph. 596; ἡ δέ γ’ Εὔβοια… παρατέταται μακρὰ πόρρω πάνυ Ar. Nu. 212; εἴτ’ ἐγγύς, εἴτε πόρρω Pl. Prt. 356e; πόρρω που ἐκτὸς ὄντι Id. R. 499c, etc. ; πόρρω ποιεῖν τι leave at a distance, Anaxil. 22.18, cf. Herod. 6.90 (dub.); πάνυ π. γενέσθαι X. Cyr. 4.3.16; τὰ σκέλη κινεῖν ταχὺ καὶ π., of a runner, Arist. Rh. 1361b24; οἱ πόρρω βάρβαροι Id. EN 1149a11.
too far, καὶ νῦν ἴσως πόρρω ἀποτενοῦμεν [τὸν λόγον] Pl. Grg. 458b; οὐ πόρρω ἐθελήσαιμ’ ἂν πιεῖν Id. Smp. 176d.
in front, τὰ π. μέρη Gal. 16.680, cf. 15.141, 18(2).265. of Time, forward, πρόσσω καὶ ὀπίσσω, v. ὀπίσω 11; χρόνος… ἰὼν πόρσω Pi. O. 10 (11).55; of continuance, A. Eu. 747; hereafter, Pi. P. 3.111; ἀναβάλλομαι ὡς πόρσιστα as late as possible, Id. N. 9.29; ἤδη πόρρω τῆς ἡμέρας οὔσης far spent, Aeschin. 3.122; μέχρι πόρρω till late, Arist. HA 581a26. c. gen. ; of Place, further into, π. τοῦ ποταμοῦ προβαίνειν X. An. 4.3.28, cf. Hp. Mul. 1.2; esp. metaph, προβήσεσθαι πόρρω μοχθηρίας will go far in wickedness, X. Ap. 30; π. ἀρετῆς ἀνήκειν to have reached a high point of virtue, Hdt. 7.237; οὕτω πόρρω σοφίας ἥκεις Pl. Euthd. 294e; πόρρω σοφίας ἐλαύνειν Id. Euthphr. 4b, cf. Grg. 486a, Cra. 410e, Ly. 204b; π. τέχνης a past master, Ar. V. 192 (v. infr. II); π. πάνυ ἐλάσαι τῆς πλεονεξίας X. Cyr. 1.6.39; also with Art., προβήσομαι ἐς τὸ π. τοῦ λόγου Hdt. 1.5; ἐς τὸ π. οὐδὲν προεκόπτετο τῶν πρηγμάτων Id. 3.56; ἐς τὸ π. μεγάθεος τιμῶνται are honoured to a high point of greatness, i.e. very greatly, ib. 154. of Distance, far from, οὐ π. τοῦ Ἑλλησπόντου Id. 5.13; οὐ π. Σπάρτης πόλις E. Andr. 733; στάντες οὐ πόρρω τῶν βωμῶν Pl. Lg. 800d, cf. X. An. 3.2.22, etc. ; metaph, π. δικαίων A. Eu. 414; πόρρω τέχνης, = οὐκ ἀπὸ τέχνης, i.e. φύσει, Ar. V. 192 (acc. to Sch., sed v. supr. B.1); π. τοῦ χειρίσματος Hp. Art. 11; οὐκέτι πόρρω διθυράμβων φθέγγομαι Pl. Phdr. 238d; πόρρω που τῶν ἐμαυτῷ πεπολιτευμένων far below them, D. 18.299; πόρρω εἶναι τοῦ οἴεσθαι Pl. Phd. 96e; πόρρω τῶν πραγμάτων Isoc. 4.16; πόρρω τοῦ διαφθείρειν Id. 15.240; πόρρω λίαν τῆς ὑποθέσεως ἀποπλανηθῆναι Id. 7.77; π. σαρκός very far (i.e. different) from, Arist. HA 504b11, cf. Pl. R. 581e; also folld. by ἀπό, ἐξαναχωρέειν π. ἀπὸ τῶν φορτίων Hdt. 4.196; πάνυ πόρρω ἀπὸ τῆς θαλάσσης Antipho 5.27; ἀπὸ τοῦ τείχους X. Cyr. 5.44.49; also οὕτω πόρρω εἶ περὶ τοῦ δικαίου so far out in your notions of right, Pl. R. 343c. of Time, ὡς πρόσω ἦν τῆς νυκτός far into the night, Hdt. 2.121. δ’ ; ὡς π. τῆς νυκτὸς προελήλατο Id. 9.44; διαλέγεσθαι πόρρω τῶν νυκτῶν Pl. Smp. 217d; λίαν π. ἔδοξε τῶν νυκτῶν εἶναι Id. Prt. 310c; ἐκάθευδον μέχρι π. τῆς ἡμέρας X. HG 7.2.19; βιότου πόρσω E. Alc. 910 (lyr.); π. ἤδη ἐστὶ τοῦ βίου, θανάτου δὲ ἐγγύς Pl. Ap. 38c; ὀψὲ καὶ π. τῆς ἡλικίας Plu. Dem. 2. οὐ π. ἑπτὰ ἡμερέων not longer than…, Hp. Epid. 4.38.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

poet. πρόσσω, ion. u. att. πόρσω u. πόρρω (adv. zu πρό u. πρός),
1) vom Raume, nach vorn zu, vorwärts, weiter vor ; ἵπποι πρόσσω μεμαυῖαι Il. 11.615 ; πρόσσω ἵεσθε, 12.274 u. öfter ; ἄγε, 18.388 ; πρόσω φέρε τόξα, Od. 21.369, u. so bei andern Zeitwörtern der Bewegung ; πέμπειν, Aesch. Ag. 827 ; βῆναι, Soph. Trach. 194 ; auch ἥβην ἕρπουσαν πρόσω, Trach. 544 ; τὰς ἐλπίδας ἀπέβαλον πρόσω, weit fort Eur. Ion 1453 ; – in der Ferne, fern, im Ggs. von ἐγγύς, Her. 3.133, 5.13, wie Aesch. Eum. 65, ἐγγὺς παρεστὼς καὶ πρόσω δ' ἀποσταστῶν ; u. c. gen., πρόσω δικαίων, weitab vom Recht, Eum. 392, wie πρόσω πατρός Eur. Hec. 1158, Andr. 734 ; anders πρόσω τῆς νυκτός, weiter, tiefer in der Nacht. Her. 2.131, 4.8, 44 ; πρόσω τοῦ ποταμοῦ, weiter hinein in den Fluß ; πρόσω τῆς πλεονεξίας, mehr im Vorteil, Xen. An. 4.3.28 ; Cyr. 1.6.39 ; vgl. πρόσω ἀρετῆς ἥκειν, Her. 7.237 ; aber οὐ πρόσω Ἑλλησπόντου ist = nicht weit vom Hellespont, 5.13, wie πρόσω τῶν πηγῶν, weitab von den Quellen, Xen. An. 3.2.22, vgl. Cyr. 2.4.17 ; Her. vrbdt auch πρόσω ἀπὸ τῶν φορτίων, weitab von der Last, 4.196, wie Xen. πρόσω ἀπὸ τοῦ τείχεος ἀπιέναι, Cyr. 5.4.49 ; πύργοι μὲν οἳ πόλιν στέγουσιν, ὡς ἀπ' ὀμμάτων πρόσω Soph. O.C. 15 ; πρόσω ἀπόντα, Eur. Hel. 943 ; mit dem Artikel, τὸ πρόσω, Her. 3.123, 7.30, 9.57 ; ἐς τὸ πρόσω 1.5, 3.25, 56, 77 ; u. c. gen., ἐς τὸ πρόσω τοῦ μεγάθεος, vorwärts in der Größe od. Macht, 3.154 ; vgl. οὐκ ἔφασαν ἰέναι τοῦ πρόσω, Xen. An. 1.3.1. – Sp. auch = drüber hinaus, ἡβάσκει ὑπήνης πρόσω, Philostr. im. 2.7.
2) von der Zeit, vorwärts, in der Zukunft ; πρόσσω καὶ ὀπίσω ὁρᾶν od. λεύσσειν, Il. 1.343, 3.109, 18.252, Od. 24.452 ; vgl. Plat. Crat. 438d.
Kompar. προσώτερος, adv. προσωτέρω, u. superl. προσώτατος, adv. προσωτάτω ; προσωτέρω εἰπεῖν, Her. 6.124 u. öfter ; ἔτι προσωτέρω, 8.111 ; τὸ προσωτέρω πλέειν, 3.45, 5.10, wie τὰ προσωτάτω, 4.43.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
memory