GRC
Bailly
ης (ἡ) [ᾰ] I combat, bataille :
1 en gén. μάχην μάχεσθαι, IL.
15, 414, 673, etc. ; ATT. livrer un combat ; διὰ μάχης τινὶ ἀπικέσθαι, HDT.
1, 169 ; μολεῖν, EUR.
I.A. 1392 ; ἐλθεῖν, EUR.
I.A. 1415 ; ἐπεξιέναι τινὶ εἰς μάχην, THC.
2, 13 ; εἰς μάχην ἐλθεῖν πρός τινα, EUR.
Bacch. 636, ou μολεῖν, EUR.
Ph. 694 ; μάχην συνάπτειν τινί, ESCHL.
Pers. 336 ; συμϐάλλειν τινὶ μάχην, EUR.
Bacch. 837 ; μάχην ποιεῖσθαι, SOPH.
El. 302 ; XÉN.
Cyr. 3, 3, 29 ; τίθεσθαι, IL.
24, 402 ; DH.
3, 22 ; ἀρτύνειν, IL.
11, 216, engager un combat avec qqn, livrer un combat ; μάχῃ κρατεῖν, EUR.
H.f. 612, être le plus fort dans un combat ; μάχην νικᾶν, XÉN.
Cyr. 7, 5, 53, gagner une bataille ; μάχην νικᾶν τινα, ESCHN.
79, 36, gagner une bataille sur qqn ;
2 combat singulier, duel, IL.
7, 263 ; 3 combat dans des jeux, lutte dans un concours, PD.
O. 8, 58 ; 4 querelle, dispute, IL.
1, 177 ; μάχας ἐν λόγοις ποιεῖσθαι, PLAT.
Tim. 88 a, se battre en parole ;
5 contradiction dans les termes,
p. opp. à ἀκολουθία, EPICT.
Ench. 51, 1 ; SEXT.
275 Bkk. ; 6 fig. lutte, effort, XÉN.
Cyr. 7, 5, 38 ; II champ de bataille, XÉN.
An. 2, 2, 6 ; 5, 5, 4.
➳ Dor. μάχα, PD. l. c.
Étym. μάχομαι.
Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »
LSJ
ἡ, (< μάχομαι) battle, combat, freq. in Hom., usu. of armies, μ. καὶ φύλοπις Il. 13.789; ἐπὶ ἶσα μ. τέτατο πτόλεμός τε 12.436; μ. ἐνοπή τε 12.35; μάχαι τ’ ἀνδροκτασίαι τε 7.237; sts. of single combat, ib. 158, 232, 263; μ. καὶ δηϊοτής ib. 290; ναῶν ἐν μάχαις Pi. N. 9.34; μάχαις καὶ ναυμαχίαις Lys. 30.26; μάχη δορός A. Ag. 439 (lyr.), etc. ; with Verbs, μάχην μάχεσθαι fight a battle, Il. 15.414, etc. ; θήσονται μ. 24.402; μάχας εἰσήλυθον 2.798; ἀρτύνθη μ. 11.216; μ. ἤγειραν 17.261; μ. ὀρνύμεν, ὤτρυνον, 9.353, 12.277; συμφερόμεσθα μάχῃ 11.736; πειρᾶτο μάχας Pi. N. 1.43; ἀντιάζειν τινὶ μάχαν ib. 67; σὺν γυναιξὶ τὰς μ. ποιούμενος S. El. 302, cf. X. Cyr. 3.3.29; μάχην συνάψαι ἐμβολαῖς A. Pers. 336; μ. συμβάλλειν τινί engage battle with…, E. Ba. 837; διὰ μάχης τινὶ ἀπικέσθαι, ἔρχεσθαι, ἥκειν, Hdt. 1.169, 6.9, A. Supp. 475; διὰ μάχης ἐκβαλεῖν τινα Arist. Pol. 1303a35 (so ἐξέπεσον διὰ μάχης ib. 34); εἰς μάχην πρός τινα ἐλθεῖν, μολεῖν, E. Ba. 636 (troch.), Ph. 694; ἐς μάχην ἐπεξιέναι τινί Th. 2.23; μάχης γενομένης Pl. Lg. 869c; μάχῃ κρατῆσαι conquer in battle, E. HF 612, D. 18.193 (with v.l. μάχην)· νενικήκαμεν τὴν μεγάλην μ. X. Cyr. 7.5.53; Μιλτιάδης ὁ τὴν ἐν Μαραθῶνι μ. τοὺς βαρβάρους νικήσας Aeschin. 3.181; μάχη τινός battle with an enemy, Αἴαντος δ’ ἀλέεινε μ. Il. 11.542, cf. Hes. Sc. 361; μ. ὑπέρ τινος Pi. N. 7.42; περί τι Pl. Lg. 919b; pl., strifes, ἔρις τε… πόλεμοί τε μάχαι τε Il. 1.177; μάχας ἐν λόγοις ποιεῖσθαι Pl. Ti. 88a, etc. ; generally, contention, strife, Id. Ep. 352c, etc. ; μάχης ἐάν τις ἄρξηται SIG 1109.72 (ii AD); μ. νομικαί Ep. Tit. 3.9. = ἀγών, contest, as for a prize in the games, Pi. O. 8.58 (but ἄεθλα, opp. μάχαι πολέμου, Id. O. 2.44).
struggle, μηχανή τε πολλὴ καὶ μ. ἦν περί τινος X. Cyr. 7.5.38.
mode of fighting, way of battle, ἡ μ. σφέων ἦν ἀπ’ ἵππων Hdt. 1.79; ἐπίστασθαι τὴν μ. τινῶν Id. 7.9. αʹ, cf. 7.85, X. Cyr. 2.1.7.
field of battle, interpol. in Id. An. 2.2.6, 5.55.4. in Logic, contradiction, inconsistency, Epict. Ench. 52.1, S.E. M. 7.392.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)
Pape
ἡ, Schlacht, Gefecht, Kampf ; Hom. κυδιάνειρα, Il. 4.225, δριμεῖα, 15.696, καὶ φύλοπις, 13.789, ἠδὲ πτόλεμος, 536, καὶ δηϊοτής, 7.290, καὶ ἐνοπή, 16.246, καὶ ἀνδροκτασίαι, 24.548, καὶ ὑσμῖναι, Od. 11.612 ; μάχην ἐμάχοντο, sie schlugen die Schlacht, Il. 15.414 ; θήσονται περὶ ἄστυ μάχην, anordnen, 24.402 ; ὀρνύμεν, ὀτρύνειν, 9.353, 12.277, die Schlacht erregen, u. sonst in verschiedenen Vrbdgn. Auch vom Zweikampf, Il. 7.263, 11.255, u. so μάχη Αἴαντος, der Zweikampf mit Ajax, 11.542, wie Hes. Sc. 361 ; auch allgemein, Streit, Wortstreit, Zank, wie man Il. 1.177 deutet, αἰεὶ γάρ τοι ἔρις τε φίλη πόλεμοί τε μάχαι τε. – Oft Pind. u. Tragg.; μάχης ἴδρις, Aesch. Ag. 434, μάχη δορός, 427, μάχην συνάψαι, Pers. 328 ; φόνοι, στάσεις, ἔρις, μάχαι vrbdt Soph. O.C. 1235 ; εἰς ἀγῶνα τῷδε συμπεσὼν μάχης, Trach. 20 ; auch Ἔρως ἀνίκατε μάχαν, Ant. 777 ; μάχην ποιεῖσθαι, eine Schlacht liefern, Thuc. u. A.; auch διὰ μάχης ἔρχεσθαι, Her. 6.9 ; u. einfach ὅτε ἡ μάχη ἦν, Plat. Symp. 220d, μάχης γενομένης, Legg. IX.869c ; Xen. oft ; ἡ ἐν τοῖς ὅπλοις μάχη, Plat. Legg. VIII.633d ; auch μάχας ἐν λόγοις ποιεῖσθαι, Tim. 88a ; μάχην νικᾶν, in der Schlacht siegen, Xen. An. 2.1.4, wie Dem. 18.193 κρατῆσαι τὴν μάχην, wo aber Bekker τῇ μάχῃ aus zwei mss. aufgenommen hat.
Bei Xen. An. 2.2.6, ἣν (ὁδὸν) ἦλθον ἐξ Ἐφέσου μέχρι τῆς μάχης, steht es für Schlachtfeld, eigtl. von Ephesus bis zur Schlacht marschierten sie 93 Tagereisen, u. nachher ἀπὸ τῆς μάχης ἐλέγοντο εἰς Βαβυλῶνα εἶναι στάδιοι ἑξήκοντα ; s. noch 5.5.4.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
TBESG
μάχη, -ης, ἡ
(< μάχομαι), [in LXX chiefly for רִיב ;]
__1. a fight.
__2. a strife, contention, quarrel: 2Co.7:5, 2Ti.2:23, Jas.4:1; pl., Tit.3:9.†
(AS)
Translators Brief lexicon of Extended Strongs for Greek based on Abbot-Smith, A Manual Greek Lexicon of the New Testament (1922) (=AS), with corrections and adapted by Tyndale Scholars