GRC

κοτέω

download
JSON

Bailly

κοτέω-ῶ (seul. prés., part. ao. et part. pf. au sens du prés.) :
      1 être irrité, garder rancune : τινος, IL. 4, 168 ; ἀμφί τινος, HÉS. Sc. 402, de qqe ch. ; abs. κεκοτηότι θυμῷ, IL. 21, 456 ; OD. 9, 501, d’un cœur irrité ;
      2 être jaloux : τινι, HÉS. O. 25, de qqn ;

Moy. être irrité : τινι, IL. 2, 222 ; 5, 177 ; 18, 363 ; 23, 383 ; OD. 5, 146, contre qqn ; garder rancune à qqn ; ou avec l’acc. τόγε… οὕνεκα, IL. 14, 191, être irrité de ce que.

Act. impf. itér. 3 sg. κοτέεσκε, ORPH. Arg. 537. Moy. impf. 3 pl. poét. κοτέοντο, IL. 2, 222 ; ao. sbj. épq. κοτέσσεται (p. κοτέσσηται) IL. 5, 747 ; 8, 391 ; ao. 3 sg. épq. κοτέσσατο, IL. 5, 177 ; 23, 383 ; part. épq. κοτεσσάμενος, OD. 5, 147 ; Q. SM. 9, 304 ; 12, 169.

Étym. κότος.

Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

(< κότος) Ep. and Lyr. Verb, used in the forms cited below, without distinction of voice, bear one a grudge, be angry at him, c. dat. pers., κοτεσσάμενος Τρώεσσιν Il. 5.177, cf. 18.367; Τυδέος υἷι κοτέσσατο Φοῖβος 23.383; τῷ δ’ ἄρ’ Ἀχαιοὶ ἐκπάγλως κοτέοντο 2.223; τοῖσίν τε κοτέσσεται (Ep. for κοτέσηται) 5.747, 8.391, Od. 1.101; λέοντε δύω ἀμφὶ κταμένης ἐλάφοιο ἀλλήλοις κοτέοντες Hes. Sc. 403; prov., κεραμεὺς κεραμεῖ κοτέει καὶ τέκτονι τέκτονι τέκτων Id. Op. 25; c. dat. rei, βασιλῆος ἀτασθαλίᾳ κοτέων Pi. Supp. 13a31; c. gen. rei, ἀπάτης κοτέων angry at the trick, Il. 4.168; κοτεσσαμένη τό γε θυμῷ, οὕνεκα… 14.191; abs., οὐδ’ ὄθομαι κοτέοντος 1.181, cf. 23.391; κεκοτηότι θυμῷ (Ep. pf. part.) with angry heart, 21.456, Od. 9.501, 19.71; aor. κοτέσασα h.Cer. 254; Διωνύσῳ κοτέσασα Euph. 14.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

Groll (κότος) hegen, zürnen ; absol., οὐδ' ὄθομαι κοτέοντος Il. 1.180, wie 23.391 ; τῆς δ' ἀπάτης κοτέων, über den Betrug zürnend, 4.167 ; auch λέοντε δύω ἀμφὶ κταμένης ἐλάφοιο ἀλλήλοις κοτέοντε, Hes. Sc. 402 ; c. dat., κεραμεὺς κεραμεῖ κοτέει, dem folgdn φθονέω entsprechend, mißgünstig, neidisch sein, O. 25 ; κεκοτηότι θυμῷ, Od. 9.501, 19.71 u. sp.D., wie Ap.Rh.; κεκοτηότε δηριάασθον 2.89 ; sonst nur noch aor. κοτέσασα, H.h. Cer. 254. – Häufiger im med.; τῷ δ' ἄρ' Ἀχαιοὶ ἐκπάγλως κοτέοντο νεμέσσηθέν τ' ἐνὶ θυμῷ Il. 2.223 ; aor. ἐκοτεσσάμην, ich geriet in Zorn ; c. dat., οὐκ ὄφελον Τρώεσσι κοτεσσαμένη κακὰ ῥάψαι Il. 18.367 ; Τυδέος υἷϊ κοτέσσατο Φοῖβος 23.383, vgl. 5.177, Od. 5.146 ; auch κοτεσσαμένη τόγε θυμῷ, οὕνεκα, darüber in Zorn geraten, daß, Il. 14.191 ; Il. 5.747, 8.391, Od. 1.101 ἔγχος βριθὺ μέγα στιβαρόν, τῷ δάμνησι στίχας ἀνδρῶν ἡρώων, τοῖσίν τε κοτέσσεται ὀβριμοπάτρη, die Heroen, gegen welche sie in Zorn geraten ist ; κοτέσσεται nicht futur., sondern konjunkt. aor., τοῖσίν τε κοτέσσεται = οἷς ἂν κοτέσηται, Bedingungssatz.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
memory