GRC
Bailly
ῖδος (ἡ) [ῑ] tache, souillure :
I au propre, SOPH.
El. 446 ; ARSTT.
G.A. 5, 1, 37 ; TH.
Char. 20 ; II fig. : 1 peste, fléau, ESCHL.
Eum. 787 ; 2 honte, déshonneur, SOPH.
O.R. 833, etc. ; EUR.
I.T. 1200 ; particul. peine infamante, XÉN.
Hell. 3, 1, 9 ; ANT.
123, 21.
Étym. κήλη.
Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »
LSJ
ῖδος, ἡ, stain, spot, defilement, esp. of blood, A. Eu. 787 (lyr.), S. El. 446, E. IT 1200, etc. ; generally, οὐ ῥᾴδιον ἐκμάξαι τὴν… κηλῖδα [ἐκ τοῦ κατόπτρου] Arist. Insomn. 459b32; ἐν ἱματίῳ καθαρῷ καὶ αἱ μικραὶ κ. ἔνδηλοι Id. GA 780b32; ἱμάτιον κηλίδων μεστόν Thphr. Char. 19.7. metaph, stain, blemish, S. OT 1384; κ. συμφορᾶς ib. 833; κακῶν Id. OC 1134; ἐστάθη τὴν ἀσπίδα ἔχων, ὃ δοκεῖ κ. εἶναι τοῖς Λακεδαιμονίοις X. HG 3.1.9; ignominious punishment, θεία κ. προσπίπτει τῷ δράσαντι Antipho 3.3.8; τῆς κ. εἰς ὑμᾶς ἀναφερομένης ib. 11; τιμωρίας καὶ κηλῖδας πάσας αὐτοῖς ἀνῆκεν Hdn. 6.8.8.
Medic., naevus, Lycus ap. Orib. 9.44.3.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)
Pape
ῖδος, ἡ, Fleck, Schmutz ; λιχὴν βροτοφθόρους κηλῖδας ἐν χώρᾳ βαλεῖ Aesch. Eum. 756, vgl. 783 ; Blutfleck, Soph. El. 438 ; übertr., Schmach, τοιάνδε κηλῖδα συμφορᾶς O.R. 833, vgl. 1384, O.C. 1136 ; κηλὶς μητροκτόνος Eur. I.T. 1200 ; ἐστάθη τὴν ἀσπίδα ἔχων, ὃ δοκεῖ κ. εἶναι τοῖς σπουδαίοις Λακεδαιμονίων Xen. Hell. 3.1.9, Brandmal ; θεία κηλὶς προσπίπτει τινί Antiph. 3 γ 8 ; εἰς ὑμᾶς ἀναφέρεται ib. 11, eben so wie in der Stelle des Soph., = μίασμα ; vgl. Antiphan. 7 (IX.258); Sp., wie Hdn. 6.8.16 vrbdt τιμωρίας καὶ κηλῖδας πάσας αὐτοῖς ἀνῆκεν.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)