Bailly
κατα·χράω-ῶ (seul. 3 sg. impers. prés. καταχρᾷ, impf. κατέχρα [ρᾱ], f. καταχρήσει) suffire, HDT. 1, 164 ; 4, 118 ; PHŒN. COL. (ATH. 360 a) ;
Moy. καταχράομαι-ῶμαι (f. -ήσομαι, ao. κατεχρησάμην, ao. et pf. au sens pass. κατεχρήσθην, κατακέχρημαι) :
I tirer parti de, d’où :
1 profiter de : τινι εἴς τι, PLAT. Leg. 700 b, etc. ; DÉM. 430, 10, etc. ; ἐπί τι, PLAT. Pol. 272 c, etc. ; πρός τι, PLAT. Conv. 187 c, etc. tirer parti d’une ch., exploiter une ch. en vue d’une autre ; particul. προφάσει, DÉM. 277, 17, ou λόγῳ, DÉM. 939, 5, ou simpl. καταχρῆσθαι ὡς, DÉM. 1062, 14, ou ὅτι, DÉM. 1179, 8, prétexter que ;
2 user à discrétion de : καταχρήσασθέ μοι, ESCHN. 17, 19, usez de moi comme il vous plaira ;
II en mauv. part :
1 abuser de, faire un mauvais usage de, dat. : τῇ τῶν προγόνων δόξῃ, PLAT. Menex. 247 a, abuser de la gloire de ses ancêtres ; ὀνόματι, ARSTT. Cæl. 1, 3, 13 ; STR. 210, employer un mot avec impropriété ;
2 user jusqu’à épuisement, consommer, acc. PLUT. Demetr. 23 ; LUC. Pr. 4 ; et au pf. au sens act. DL. 5, 69, qqe ch. ; en parl. d’argent, dépenser jusqu’à épuisement, acc. LYS. 154, 2 ; cf. 153, 46 ; inf. κατακεχρῆσθαι, au sens pass. ISOCR. 55 d ; p. ext. en parl. de pers. épuiser de mauvais traitements, d’où tuer, acc. HDT. 1, 82 ; 1, 117 ; 4, 146, etc. ; POL. 1, 85, 1 ; au sens pass. inf. ao. καταχρησθῆναι, HDT. 9, 120 (cf. καταχράομαι).
Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »
Pape
(χράω),
1) act. nur in der 3. pers.; Her. 1.164 καταχρᾷ, es ist genug, reicht aus ; ἀντὶ λόφου ἡ λοφιὴ κατέχρα αὐτοῖς 7.70, die Mähne diente statt des Helmbusches ; καταχρήσει 4.118, öfter ; δός τι καὶ καταχρήσει Phoenix bei Ath. VIII.360a.
2) med. (vgl. χράομαι), brauchen, gebrauchen zu Etwas ; Plat. oft, εἴς τι, ἐπινοῶν εἰς τὴν αὑτοῦ ποίησιν καταχρήσασθαι τῷ λόγῳ Critia. 113a, wie Legg. III.700b ; οὐ δεῖ τῷ πιστευθῆναι εἰς τὸ μεῖζον δύνασθαι κακουργεῖν καταχρῆσθαι Dem. 19.277 ; κατεχρῶντο τούτοις σύμπασιν ἐπὶ φιλοσοφίαν Plat. Polit. 272c ; πρός τινας Symp. 187c, Crat. 426e ; ἐν καιρῷ πράξεσιν Isocr. 4.9 ; ἐμπειρίαις 174 ; κενῇ προφάσει κατεχρῶ Dem. 18.150 ; öfter λόγῳ, einen Vorwand brauchen, vorgeben, sagen ; auch ohne λόγῳ, οἵτινες κατεχρῶντο ὡς τῷ Πολέμωνι οὐδεμία γένοιτο ἀδελφή 43.39, vgl. 48.44. – Oft auch = einen schlechten Gebrauch von Etwas machen, mißbrauchen, bes. Sp.; DS. 20.101 ; Luc. luct. 20 ; NT ; ὀνόματι, ein Wort in uneigentlicher Bedeutung brauchen, Strab. 5.1.2 u. Gramm.; – verbrauchen, aufbrauchen, τῇ τῶν προγόνων δόξῃ μὴ καταχρησόμενοι μηδ' ἀναλώσοντες αὐτήν, wo es auch mißbrauchen sein kann, Plat. Menex. 247a ; τί, Lys. 19.22 ; so steht auch das perf. in pass. Bdtg, τὰ μέγιστα κατακέχρηται, im Ggstz von μικρὰ παραλελεῖφθαι, Isocr. 4.74 ; Sp. – Umbringen, niedermachen, töten, τὸν παῖδα Her. 1.117, ἑωυτόν 1.82 ; pass., καταχρησθῆναι 9.120 ; auch Sp., καταχρήσασθαι τὰ δουλικὰ σώματα Pol. 1.85.1. – Allgemeiner, οὐδ' ἥκω παραιτησόμενος ὑμᾶς, ἀλλὰ καταχρήσασθέ μοι, εἰ δοκῶ τοιοῦτος εἶναι, macht mit mir, was ihr wollt, bestraft mich, Aesch. 1.122.
3) (κίχρημι) sich leihen, τὰ ὀφειλόμενα καὶ εἰς ὅ τι ἕκαστον αὐτῶν κατεχρήσατο Dem. 49.4, vgl. 47.50.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)