GRC

καταγιγνώσκω

download
JSON

Bailly

κατα·γιγνώσκω (f. καταγνώσομαι, ao.2 κατέγνων, etc.) :
   I remarquer, se rendre compte : τὸ χωρίον νοσερόν, DL. 2, 109, que le pays était malsain ; τί τινος, AR. Eq. 46, de qqe ch. au sujet de qqn, observer qqe ch. en qqn ;
   II p. suite, avoir ou se faire une opinion, porter un jugement : τινὸς ὅτι ou ὡς avec l’ind. PLAT. Men. 76 c ; DÉM. 515, 22, penser de qqn que, etc., penser que qqn, etc. ; avec un gén. et un inf. : κ. ἑαυτοῦ μὴ ἂν καρτερῆσαι, XÉN. Cyr. 6, 1, 36, juger qu’on ne serait pas de force ; ἑαυτοῦ μὴ περιέσεσθαι, THC. 3, 45, juger qu’on ne pourra pas réussir ; avec un part. à l’acc. : τινὰ ὄντα, etc. EL. V.H. 14, 15 ; τινὰ πράττοντα, etc. ; XÉN. Œc. 2, 18, Cyr. 8, 4, 9, juger qu’on est, etc., qu’on fait, etc. ; particul. en mauv. part, porter un jugement défavorable, porter un jugement contre, càd. :
      1 en parl. d’un jugement moral, accuser, blâmer : τινός τι, XÉN. An. 13, 10 ; PLAT. Phæd. 116 c ; LYS. fr. p. 35 ; ISOCR. 118 c ; DÉM. 879, 14, etc. ; τι κατά τινος, HDT. 6, 97 ; τινός τινος, DÉM. 790, 19 ; 1444, 16, etc. accuser qqn de qqe ch. (de lâcheté, d’injustice, etc.) ; p. ext. abs. mépriser, POL. 5, 27, 6 ;
      2 en parl. d’un jugement judiciaire, condamner : τινός, PLAT. Demod. 382 e, qqn ; τινὸς θάνατον, LYS. 141, 12 ; ANT. 135, 3 ; θάνατον, φυγὴν κατά τινος, DS. 18, 62 ; 19, 51, prononcer la peine de mort, le bannissement contre qqn ; ou avec le nom de grief au gén. : τινὸς θάνατον μηδισμοῦ, ISOCR. 73 d, condamner qqn à mort pour crime de médisme ; qqf., en ce cas, avec l’acc. de pers. : τινὰ φόνου, LYS. 94, 32, condamner qqn pour meurtre ; avec l’acc. de l’instance : κ. δίκην, AR. Eq. 1360, décider un procès en prononçant contre qqn ; abs. décider un procès, ESCHL. Eum. 573.

➳ καταγινώσκω, POL. 5, 27, 6.

Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

Ion. and later καταγινώσκω, fut. -γνώσομαι Pl. Euthphr. 2b: — remark, observe, esp. something to one΄s prejudice, c. gen. pers. ; generally, καταγνοὺς τοῦ γέροντος τοὺς τρόπους having observed his foibles, Ar. Eq. 46; πολλήν γέ μου δυστυχίαν κατέγνωκας I have been very unfortunate by your way of it, Pl. Ap. 25a; πολλὴν ἡμῶν ἐρημίαν Is. 1.2; οὐκ ἐπιτήδεα κατά τινος κ.
having formed unfavourable prejudices against one, Hdt. 6.97; c. inf., of an unfavourable judgement, κ. ἑαυτοῦ μὴ περιέσεσθαι Th. 3.45, cf. 7.51; αὐτὸς ἐμαυτοῦ κατέγνων μὴ ἂν καρτερῆσαι X. Cyr. 6.1.36, cf. Pl. Ti. 19d; folld. by ὅτι, ὡς, ἐμοῦ κατέγνωκας ὅτι εἰμὶ ἥττων τῶν καλῶν Pl. Men. 76c; οὐκ ἂν καταγνοίην ὑμῶν οὐδενὸς ὡς… ἀμελήσετε D. 21.4 (but κατεγνωκότες ὅτι… ἐφθείρομεν despising us because… Th. 6.34, cf. PMagd. 42.4 (iii BC), Jul. Or. 3.108b); c. part., κ. τινὰ πράττοντα X. Oec. 2.18, cf. Cyr. 8.4.9; τὸ χωρίον νοσερὸν <ὂν> καταγνόντες D.L. 2.109; — Pass., to be judged unfavourably, lightly esteemed, παρολιγωρεῖσθαι καὶ καταγινώσκεσθαι Plb. 5.27.6; κατεγνωσμένος despised, Philostr. VS 2.29. c. acc. criminis, lay as a charge against a person, κ. ἑωυτῶν ἀνανδρείην Hp. Aër. 22; κ. τινὸς μηδὲν ἀνόσιον Antipho 2.2.12; δειλίαν, δωροδοκίαν κ. τινός, Lys. 14.16, 21.21; οὐδὲν ἀγεννὲς ὑμῶν καταγιγνώσκω D. 21.152; ἑαυτῶν ἀδικίαν And. 1.3; πολλὴν μανίαν, μωρίαν, Isoc. 4.133, 5.21; σκληρότητα ἡμῶν καὶ ἀγροικίαν Pl. R. 607b; τοσαύτην ὑμῶν εὐήθειαν D. 30.38; with gen. understood, οὐ γὰρ ἐκεῖνό γε (sc. σοῦ) καταγνώσομαι, ὡς… Pl. Euthphr. 2b; later κ. κατά τινος τὸν φόνον Porph. Abst. 2.30; — Pass., καταγνωσθεὶς δειλίαν being convicted of cowardice, D.H. 11.22; κ. ἐπὶ λογοκλοπίᾳ D.L. 8.54; κατεγνωσμένος self-condemned, Ep. Gal. 2.11. c. gen. criminis, παρανόμων κ. τινός D. 25.67; παρανοίας ὑμῶν αὐτῶν Id. Prooem. 35; c. acc. pers., κ. τινὰ φόνου pronounce a verdict of murder against…, Lex ap. Lys. 1.30; μὴ καταγιγνώσκωμεν τὸ (fort. τοῦ) μηδὲν εἰρηκέναι τὸν ἀποφηνάμενον Pl. Tht. 206e. c. inf., κ. σφῶν αὐτῶν, ἑαυτοῦ ἀδικεῖν, charge oneself with…, Lys. 20.6, Aeschin. 2.6, cf. D. 21.175, 206; κ. ὡς… Isoc. 9.78; — so in Pass., καταγνωσθεὶς νεώτερα πρήσσειν being suspected of doing, Hdt. 6.2; κ. αὐθέντης (sc. εἶναι) Antipho 3.3.11; to be detected, ἔν τινι PFlor. 175.16 (iii AD); also κατέγνωσται μελίκρητον ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων ὡς καταγυιοῖ τοὺς πίνοντας Hp. Acut. 56. c. gen. pers. only, condemn, τοῦ ἀνθρώπου Pl. Demod. 382e. c. acc. poenae, give judgement or sentence against a person, κ. τινὸς θάνατον pass sentence of death on one, Th. 6.60; Μηδισμοῦ κ. τινὸς θάνατον for Medism, Isoc. 4.157; κ. τινὸς φυγήν And. 1.106; φυγὴν αὑτοῦ καταγνούς Lys. 14.38; c. inf., κ. αὐτοῦ ἀποτεῖσαι τὰ χρήματα D. 56.18; later θάνατον, φυγὴν κ. κατά τινος, D.S. 18.62, 19.51; — Pass., θάνατός τινος κατέγνωστο Antipho 5.70, cf. Lys. 13.39, Jusj. ap. D. 24.149; later καταγνωσθεὶς θανάτῳ Ael. VH 12.49; abs., κατεγνώσθησαν they were condemned, Th. 4.74, cf. And. 4.8; τὸ ἀδίκημα κεκριμένον ἐστὶ καὶ κατεγνωσμένον Lycurg. 52.
decide a suit, δίκην Ar. Eq. 1360; — Pass., A. Eu. 573 codd. ; δίκη μὴ ὀρθῶς γνωσθεῖσα Antipho 6.3.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

(γιγνώσκω), später καταγινώσκω ;
1) anmerken, an Einem Etwas bemerken ; καταγνοὺς τοῦ γέροντος τοὺς τρόπους Ar. Eq. 46, er merkte dem Alten seine Art ab ; bes. von Nachteiligem od. Lächerlichem, τὸ χωρίον νοσερὸν καταγνόντας DL. 2.109 ; οὐ καταγνώσομαί γε σοῦ, ὅπερ τῶν ἄλλων καταγιγνώσκω, ich werde von dir das nicht erleben, Plat. Phaed. 116c ; ἐμοῦ ἴσως κατέγνωκας, ὅτι εἰμὶ ἥττων τῶν καλῶν Men. 76c ; ἐμαυτοῦ αὐτὸς κατέγνωκα μήποτ' ἂν δυνατὸς γενέσθαι ἐγκωμιάσαι Tim. 19d ; Thuc. 3.45 οὐδείς που καταγνοὺς ἑαυτοῦ μὴ περιέσεσθαι τῷ ἐπιβουλεύματι ; 7.51 ; übh. genau erkennen, ὅπως ἂν εὖ καταγνωσθῇ δίκη Aesch. Eum. 643 ; καταγνωσθεῖσα δίκη Antiph. 6.3 ; τοὺς γνώμῃ ἐπιμελουμένους θᾶττον καὶ κερδαλεώτερον κατέγνων πράττοντας Xen. Oec. 2.18 ; εἴπερ αὐτοὺς ἀγαθοὺς ὄντας κατέγνωσαν Ael. V.H. 14.15.
2)Gew. gegen Einen Etwas urteilen, zu Jemandes Nachteil entscheiden, verurteilen, τινός τι, z.B. τῶν διαφυγόντων θάνατον, den Entflohenen den Tod zuerkennen, Thuc. 6.60 ; ὧν θάνατος κατέγνωσται Dem. 24.149 ; παρανόμων αὐτοῦ κατέγνωτε 25.67 ; τοῦτον φόνου, diesen wegen Mordes verurteilen, Lys. 1.30 ; πολλῶν μηδισμοῦ θάνατον κατέγνωσαν Isocr. 4.157 ; θάνατον, φυγὴν κατά τινος, DS. 18.62, 19.21 ; ἐκτίνειν τὸ καταγνωσθέν, wozu man verurteilt worden, Isocr. 12.10 ; Sp. auch καταγνωσθεὶς θανάτῳ, DS. 1.77 ; Ael. V.H. 12.49 ; c. in L, Paus. 4.24.2 ; auch einfach καταγιγνώσκων τοῦ ἀνθρώπου, verurteilen, Plat. Dem. 382e. Allgemeiner, πολλήν γ' ἐμοῦ κατέγνωκας δυστυχίαν, du hältst mich für sehr unglücklich, Plat. Apol. 25a ; μὴ καί τινα σκληρότητα ἡμῶν καὶ ἀγροικίαν καταγνῶ Rep. X.607b ; τινὸς μηδὲν ἀνόσιον Antiph. 2 β 12 ; ἑαυτῶν ἀδικίαν Andoc. 1.3 ; δειλίαν τινός Lys. 14.16 ; τῶν ἀνθρώπων δυστυχίαν Isocr. 2.12, vgl. 3.40 ; πολλὴν μανίαν τινός 4.133, wie μωρίαν 5.21 ; πολλὴν ἐρημίαν ἡμῶν Isae. 1.2 ; τοσαύτην ἡμῶν εὐήθειαν κατέγνωκε Dem. 30.39. Her. vrbdt auch οὐκ ἐπιτήδεια καταγνόντες κατ' ἐμεῦ, 6.97 ; καταγνωσθεὶς πρὸς αὐτῶν νεώτερα πρήσσειν, beschuldigt, 6.2 ; δειλίαν καταγνωσθῆναι Dion.Hal. 11.22 ; σκεῦος καταγνωσθὲν ἀχρηστίαν, für unbrauchbar erklärt. – Καταγιγνώσκεσθαι, verachtet werden, Pol. 5.27.6.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
memory