GRC
Bailly
καθ·ικνέομαι-οῦμαι (f. καθίξομαι, ao.2 καθικόμην) [ᾰ]
1 atteindre, toucher : κάρα, SOPH. O.R. 809, frapper la tête ; fig. θυμόν, IL. 14, 104, toucher le cœur ; με καθίκετο πένθος, OD. 1, 342, la douleur m’a atteint ; plus souv. avec le gén. : τινος, PLAT. Ax. 369 e ; LUC. Nigr. 35, etc. toucher, atteindre qqn ou qqe ch. ; τινός τινι, PLUT. Ant. 12, etc. toucher ou frapper qqn de qqe ch. ;
2 fig. parvenir à, gén. POL. 2, 38, 8 ; abs. POL. 5, 93, 5.
Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »
LSJ
fut. -ίξομαι Plb. 5.93.5, etc., dub. in IG 5(2).4.13 (Tegea, iv BC); aor. -ικόμην (v. infr.); pf. part. καθιγμένον Hsch. : — come down to; in Hom. only metaph, reach, touch, με μάλιστα καθίκετο πένθος ἄλαστον Od. 1.342, μάλα πώς με καθίκεο θυμὸν ἐνιπῇ thou hast touched me nearly, Il. 14.104; later, of any down-stroke, κάρα… κέντροισί μου καθίκετο came down upon my head, S. OT 809; εἰς ὅλμους κ. ὑπέροις Paus. 5.18.2; abs., ἐπανατεινάμενος τὸ ξίφος καθικνεῖται Parth. 8.9; generally, take effect, Phld. Mus. p. 85K. ; attack, affect, τῆς ὀπτήσεως καθικνουμένης καὶ ἐξατμιζούσης τὸ τροφῶδες Ath.Med. ap. Orib. 1.9.1; freq. in Prose, c. gen., κ. τῆς πηγῆς Paus. 7.21.12; κ. τῆς ψυχῆς reach or touch it, Pl. Ax. 369e; ἡμῶν ὁ λόγος καθίκετο Luc. Nigr. 35; ἡ ὕβρις οὐ μετρίως μου καθίκετο Id. Tox. 46; κ. τινὸς πικρότατα Ael. VH 14.3; κ. τινὸς σκύτεσι, κονδύλῳ, strike one with a strap, etc., Plu. Ant. 12, Alc. 7. κ. τῆς ἐπιβολῆς attain one΄s purpose, Plb. 2.38.8, cf. 4.50.10; ποιεῖν [πόλιν] τηλικαύτην ἡλίκην καὶ τειχίζειν ἐπιβαλλόμενοι καθίξονται they will succeed, Id. 5.93.5. κατικόμενον, τό, that which comes to one, one΄s share of an inheritance, IG 9(1).334.30 (Locr., v. BC).
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)
Pape
(ἱκνέομαι), hinabkommen, hingelangen, treffen, bes. schmerzlich berühren ; πένθος καθίκετό με, Leid traf mich, Od. 1.342 ; μάλα πώς με καθίκεο θυμὸν ἐνιπῇ, gar sehr trafst du mir die Seele mit dem Vorwurfe, Il. 14.104 ; ähnl. Soph. κάρα διπλοῖς κέντροισί μου καθίκετο O.R. 809 ; gew. c. gen., τοῖς δυναμένοις καθικέσθαι τῆς ψυχῆς, die Seele treffen, rühren, Plat. Ax. 369e ; vgl. Luc. Nigr. 35 ; κονδύλῳ καθικόμενος αὐτοῦ Plut. Alc. 7, u. a.Sp., leiblich u. geistig Einen antasten, schelten, βακτηρίᾳ καθικνεῖταί τινος Sext.Emp. adv.log. 1.188 ; – erreichen, erlangen, τῆς προκειμένης ἐπιβολῆς Pol. 2.38.8, τῆς ἀρχῆς 6.35.5, τῆς προθέσεως 4.50.10.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)