GRC

δινωτός

download
JSON

Bailly

ή, όν [ῑ] fait au tour, IL. 3, 391 ; OD. 19, 56 ; p. ext. rond, A. PL. 306 ; (ἀσπὶς) ῥινοῖσι καὶ χαλκῷ δινωτή, IL. 13, 407, bouclier couvert sur toute sa surface ronde de peaux et d’airain.

Étym. *δινόω.

Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

ή, όν, turned, rounded, λέχη, κλισίη, Il. 3.391, Od. 19.56; ῥινοῖσι βοῶν καὶ νώροπι χαλκῷ δινωτήν (sc. ἀσπίδα) covered with… circular plates (or adorned with spirals), Il. 13.407; θρόνος A.R. 3.44.
whirling, κύκλοι Parm. 1.7; πτέρυγες Epic.Alex.Adesp. 4.14 Pap.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

[ῑ], gerundet, rund gedrechselt, überhaupt wohl = zierlich gearbeitet ; Homer dreimal : Il. 13.407 ἀσπίδι πάντοσ' ἐΐσῃ, τὴν ἄρ' ὅ γε ῥινοῖσι βοῶν καὶ νώροπι χαλκῷ δινωτὴν φορέεσκε, δύω κανόνεσσ' ἀραρυῖαν, Apollon. Lex.Homer. p. 59.4 Δινωτήν· στρογγύλην ; Il. 3.391 δινωτοῖσι λέχεσσιν, Scholl. Aristonic. ὅτι δεινωτὰ (es ist wohl unbedenklich δινωτά zu schreiben ; Friedlaender δεινωτὰ) λέχη λέγει ἤτοι διὰ τὸ τετορνεῦσθαι τοὺς πόδς, ἢ διὰ τὴν ἔντασιν τῶν ἱμάντων· πρώτῃ γὰρ ἐχρῶντο τῇ διὰ τῶν ἱμάντων πλοκῇ, Apollon. Lex.Homer. p. 59.5 Δινωτοῖσι λεχέεσσι· στρογγύλοις, ἀπὸ τῆς τῶν κλινοπόδων περιφερείας ; Od. 19.56 κλισίην, δινωτὴν ἐλέφαντι καὶ ἀργαρῳ, vgl. oben (ἀσπίδα) ῥινοῖσι καὶ χαλκῷ δινωτήν. – sp.D.; θρόνος Ap.Rh. 3.44.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
memory