GRC

διαρραίω

download
JSON

Bailly

δια·ρραίω, mettre en pièces, détruire complètement, IL. 2, 473 ; OD. 2, 49 ; au pass. IL. 24, 355 ; ESCHL. Pr. 236.

Fut. moy. inf. διαρραίσεσθαι, au sens pass. IL. 24, 355.

Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

dash in pieces, destroy, διαρραῖσαι μεμαῶτες Il. 2.473, etc. ; οἶκον Od. 2.49; — Pass., c. fut. Med., to be destroyed, perish, τάχα δ’ ἄμμε διαρραίσεσθαι ὀΐω Il. 24.355; διαρραισθέντας εἰς ᾍδου μολεῖν A. Pr. 238. ῥωχμαὶ σάρκα διαρραίουσι dub. in Marc.Sid. 80.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

(ῥαίω), (gänzlich) vertilgen, vernichten ; Od. 12.290 ἀνέμοιο θύελλα, ἢ Νότου ἢ Ζεφύροιο, οἵ τε μάλιστα νῆα διαρραίουσι ; Il. 9.78 νὺξ δ' ἥδ' ἠὲ διαρραίσει στρατὸν ἠὲ σαώσει ; Od. 2.49 πολὺ μεῖζον (κακόν), ὃ δὴ τάχα οἶκον ἅπαντα πάγχυ διαρραίσει, βίοτον δ' ἀπὸ πάμπαν ὀλέσσει ; Od. 1.951, 16.128 τάχα δή με διαρραίσουσι καὶ αὐτόν, bald werden sie mich töten, die Freier den Telemachos ; Il. 2.473, 11.713, 17.727 διαρραῖσαι μεμαῶτες ; medium Homerisch in der Bedtg des activ. Il. 24.555 ἄνδρ' ὁρόω, τάχα δ' ἄμμε διαρραίσεσθαι ὀΐω. – Sp. Ep., z.B. Opp. H. 5.168. – Pass., διαρραισθέντας εἰς ᾍδου μολεῖν Aesch. Prom. 236.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
memory