GRC

ὠμοβόειος

download
JSON

Bailly

ὠμο·ϐόειος, α, ον, de cuir de bœuf non tanné, XÉN. An. 4, 7, 22 ; ὠμοϐόειος τόμος, ANTH. 11, 137, viande de bœuf dure.

 Cp. ὠμοϐοειότερος.

Étym. ὠμός, βοῦς.

Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

α, ον, Ion. ὠμοβόεος, or ὠμοβόϊνος, of raw, untanned ox-hide, ἀσπίδας ὠμοβοΐνας Hdt. 7.76, 79; γέρρα δασειῶν βοῶν ὠμοβόεια (v.l. -βόϊνα) X. An. 4.7.22; δερμάτων ὠμοβοείων (v.l. ὠμοβοΐνων) ib. 26; σάλπιγξιν ὠμοβοΐναις ib. 7.3.32 codd. ; — ἡ ὠμοβοέη (sc. δορά), a raw ox-hide (cf. λεοντέη, etc.), Hdt. 3.9, 4.65; in later writers usu. in form ὠμοβόϊνος, Str. 15.1.42, D.S. 3.8, etc. ; acc. pl. ὠμοβοεῖς in AP 6.21.4 is formed by a false analogy, as if fr. ὠμοβοεύς. ὠμοβοείου μοι παραθεὶς τόμον…, καὶ τρία μοι κεράσας ὠμοβοειότερα… having set before me a slice of raw beef, and mixed me three cups yet more raw than beef, AP 11.137 (Lucill.).
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

3, auch 2 Endgn, = ὠμοβόεος ; ὠμοβοείου μοι περαθεὶς τόμον … καὶ τρία μοι κεράσας ὠμοβοειότερα Lucill. 73 (XI.137), Wein, noch roher als das Rindfleisch, d.i. schlecht.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
memory