GRC

ἐπωνυμία

download
JSON

Bailly

ας (ἡ) [ῠ]
      1 surnom, ESCHL. Suppl. 46 ; ἐπωνυμίαν ποιεῖσθαι, HDT. 2, 42, prendre un surnom ; ἐπωνυμίαν τινὶ Μαργίτην τίθεσθαι, ESCHN. 76, 24, donner à qqn le surnom de Margitès ; ἔχειν ἐπωνυμίαν ἀπό τινος, HDT. 2, 42 ; ou ἐπί τινος, HDT. 4, 47, 107, avoir un surnom par suite de qqe particularité ; καλεῖσθαι ἐπωνυμίην ἐπί τινος, HDT. 1, 14 ; ou κατὰ ἐπωνυμίην τινὸς κεκλῆσθαι, HDT. 1, 173, être appelé d’un surnom par suite de qqe particularité ; avec le mot qui marque le surnom au nomin. par attract. avec le suj. : προσείληφε τὴν ἐπωνυμίαν συκοφάντης, ESCHN. 41, 14, il reçut le surnom de sycophante ; avec un inf. ἐπωνυμίαν ἔχει τὸ καλὸς κἀγαθὸς κεκλῆσθαι, XÉN. Œc. 12, 2, il a pour surnom d’être appelé parfait ; abs. ἐπωνυμίην, HDT. 4, 16 ; 5, 92, etc. par surnom ;
      2 objet nommé d’après qqe circonstance, PLAT. Phædr. 250 e ;
      3 p. ext. nom en gén. HDT. 2, 4.

Étym. ἐπώνυμος.

Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

Ion. -ίη, ἡ, (ἐπώνυμος) derived or significant name, as Ἔπαφος, A. Supp. 45 (lyr.); Πολυνείκης, Id. Th. 829 (lyr.); ἐ. ποιεῖσθαι ἀπό or ἐπί τινος, Hdt. 2.42, 1.94 ; ὅθεν ἔθεντο τὰς ἐ. Id. 4.45 ; ἔχειν ἐ. ἐπί τινος ibid. ; καλεῖσθαι ἐ. ἐπί τινος Id. 1.14 ; κατὰ τὴν ἐ. τινὸς κληθῆναι Id. 1.173 ; ἐ. ἔχειν or σχεῖν τινός, Id. 4.15, Pl. Criti. 114a ; ἐ. ἀπό τινος ἔχειν, ἐγκαταλιπεῖν, λαβεῖν, Hdt. 7.121, Th. 2.102, Pl. Phdr. 238c ; τῆς θεοῦ ἐπωνυμίας ἄξιος the name derived from her, Id. Lg. 626d ; τὴν τῇδε ἐ. αὐτοῦ its namesake here, Id. Phdr. 250e ; ἐ. ἀφ’ ἑαυτῶν παρέχεσθαι Th. 1.3 ; but ἐ. σχεῖν χώρας to have the naming of it, i.e. have it named after one, ib. 9 ; ἐ. τινὶ Μαργίτην τίθεσθαι as a nickname, Aeschin. 3.160 ; προσείληφε τὴν ἐ.… συκοφάντης Id. 2.99 ; ἔχουσα τὴν ἐ. τὴν τοῦ ὃ ἔστιν Pl. Phd. 92d ; folld. by inf., ἐ. ἔχει σμικρός τε καὶ μέγας εἶναι he has the name of being, ib. 102c ; ἀποβαιεῖν τὴν ἐ. τὸ… καλὸς κἀγαθὸς κεκλῆσθαι X. Oec. 12.2 ; ἐ. ἔχοντος Θασίου εἶναι Hdt. 2.44 ; acc. as Adv., Ὀλυμπίῳ ἐπωνυμίην θύειν by surname, ibid. ; ἀπὸ τῆς κυψέλης ἐ. Κύψελος οὔνομα ἐτέθη Id. 5.92. εʹ. generally, name, title, θεῶν ἐπωνυμίαι Id. 2.4, cf. Pl. R. 394a, PHal. 1.251 (iii BC), etc. ; συγγραμμάτων Sor. Vit. Hippocr. 13.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

ἡ, der Zuname, Beiname, Benennung nach einer Sache, οἳ δῆτ' ὀρθῶς κατ' ἐπωνυμίαν καὶ πολυνεικεῖς ὤλοντο Aesch. Spt. 829, mit Anspielung auf den Namen Polynices ; Suppl. 46, κατὰ τοῦ Λύκου τὴν ἐπωνυμίαν Λύκιοι ἐκλήθησαν Her. 1.82, τὸ οὔνομα Ἀμμώνιοι ἀπὸ τοῦδέ σφι τὴν ἐπωνυμίην ἐποιήσαντο, benannten ihn nach diesem, 2.42, auch ἐπὶ τούτου, nach diesem, 1.10, 94 u. öfter, mit pleonastischem εἶναι, ἱερὸν Ἡρακλέος ἐπωνυμίην ἔχοντος Θασίου εἶναι, der der Thasische heißt, eigtl. der den Beinamen hat, der Th. zu sein, 2.44 ; so auch Plat. ὁ Σιμμίας ἐπωνυμίαν ἔχει σμικρός τε καὶ μέγας εἶναι Phaed. 102c ; ἐπωνυμίαν Ἀλεξάνδρῳ μαργίτην ἐτίθετο Aesch. 3.160 ; προσείληφε τὴν ἐπωνυμίαν συκο φάντης 2.99 ; ἀφ' ἑαυτῶν τὴν ἐπωνυμίαν παρέχεσθαι, nach sich den Namen geben, Thuc. 1.3 ; ἀπὸ τῆς ῥώμης ἐπωνυμίαν λαβεῖν Plat. Phaedr. 238c ; mit dem bloßen gen., τὰ ἄστρα ἔοικε τῆς ἀστραπῆς ἐπωνυμίαν ἔχειν, scheinen nach dem Blitze benannt zu sein, Crat. 409c ; – ἐπωνυμίαν, mit Beinamen, mit Namen, Her. 2.44 u. A.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
memory