LSJ
(ἐγκαταμειγνύω Luc. Lex. 25), mix with, τί τινι Timo 33, Luc. Hist. Conscr. 13, etc. ; φάρμακον πότῳ Ach.Tat. 4.15; τινὰς λόχοις D.H. 6.2; ἑαυτοὺς τοῖς στρατιώταις Hdn. 7.12.7; metaph, κέντρον τωθασμοῖς Ph. 2.570; θεὸν ἀνθρωπίναις χρείαις Plu. 2.414f; of a sculptor, μανίην λίθῳ APl. 4.57 (Paul. Sil.), cf. AP 9.593; — Pass., to be mixed in or with, ἐγκαταμειγνύμενος ὕδατι Hp. Aër. 6; ἐγκαταμεμιγμένα τοῖς λεγομένοις Isoc. 15.10; ὀνόματα μιγέντα τῇ λέξει D.H. Comp. 25.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)