GRC

ἀραδήσει

download
JSON

LSJ

θορυβήσει, ταράξει, and ἀράδηται· κεκόνηται (prob. -κίν-), συγκέχυται, Hsch. ; cf. ἄραδος. <ήσ>
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)
memory