GRC

συγκαχρύω

download
JSON

LSJ

aor. inf. συγκαχρῦσαι, prob. cj. in Hsch. for συγκαγχρῆσαι· συγχέαι, συμφῦραι, συφρύξαι, and in Phot. for συγκαρύγαι· συνταράξαι.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)
memory