Pape
(πιτνέω), = προσπίπτω, ἰοὶ προσπιτνόντες ὤλλυσαν, Aesch. Pers. 453, προσπίτνω σε γόνασι, vulg. προσπιτνῶ, Soph. Phil. 483, vgl. El. 445, fußfällig bitten, wie γονυπετεῖς ἕδρας προσπίτνω σε, Eur. Phoen. 300 ; Suppl. 10 u. öfter ; auch γεραιᾶς προσπιτνὼν παρηΐδος, Hec. 274, wie ἀμφὶ σὰν γενειάδα προσπιτνών, Herc.Fur. 1208.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)