GRC

περατός

download
JSON

Bailly

ή, όν [ᾰ] c. περάσιμος, PD. N. 4, 114.

Ion. περητός, HDT. 1, 189, 193, etc.

Étym. vb. de περάω.

Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

Ion. περητός, ή, όν, (< περάω¹) = περάσιμος, Γαδείρων τὸ πρὸς ζόφον οὐ π. Pi. N. 4.69; ποταμὸς νηυσὶ π.
navigable, Hdt. 1.189, al. (better νηυσιπέρητος); τάφρος οὐ π. Plu. Pyrrh. 28. = περατικός, PCair. Zen. 536.7 (iii BC).
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

[ᾱ], ion. περητός, auch 2 Endgn, wie περάσιμος, worüber man fahren, übersetzen kann ; πρὸς ζόφον Γαδείρων οὐ περατόν, Pind. N. 4.69 ; ποταμὸς νηυσὶ περητός, Her. 1.189 ; ἡ μεγίστη τῶν διωρύχων ἐστὶ νηυσὶ περητός, 1.193 ; τάφρος, Plut. Pyrrh. 28.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
memory