GRC

μαλκίω

download
JSON

Bailly

[ῑ] avoir les membres engourdis de froid, ESCHL. fr. 330 ; DÉM. 120, 7 ; cf. μαλακιάω.
Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

become numb with cold, ἔλα, δίωκε, μή τι μαλκίων ποδί A. Fr. 332; μέλλομεν καὶ μαλκίομεν D. 9.35 (restored from Harp. and Phot. for μαλακιζόμεθα)· αἱ κύνες μαλκίουσαι τὰς ῥῖνας οὐ δύνανται αἰσθάνεσθαι X. Cyn. 5.2 (μαλακῶσαι codd., μαλακιούσας Poll. 5.64, εἰ… μαλακιοῦσι ib. 49); πνεύματος ἀργαλέοιο πόνοιό τε μαλκίοντες (μαλκείοντα cod. A) Poet. ap. Sch. Nic. Th. 382; οἶσθα δὲ ὡς ἐν κρύει σφοδρῷ γίνεται τὰ καύματα·… ἰδίω θ’ ἅμα καὶ μαλκίω (μαλακιῶ codd.) τὸ σῶμα Luc. Lex. 2; of a bee in cold weather, μαλκίει (μαλακιεῖ codd.) τὰ μέλη Ael. NA 5.12, cf. 1.32 (μαλακίει codd.); ἀμβλύνεσθαι τὸ κέντρον καὶ μαλκίειν (μαλκιεῖν codd.) ib. 9.4; μαλκίουσαν (μαλκιοῦσαν codd.) ἐκ τῶν κρυμῶν τοῦ ζῴου τὴν ὄψιν ib. 16; κεῖσθαί που ἐν κλινιδίῳ τρέμοντα καὶ μαλκίοντα (μαλακιῶντα, μαλκιῶντα codd.) Them. Or. 4.50c; μαλκίειν (μαλακιῆν cod.)· τὸ ὑπὸ κρύους ναρκᾶν, Phryn. PS p. 89 B., cf. Hsch. s. vv. μαλκίειν, μαλκίετον, EM* 574.21; v. μαλακιάω.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

Harp. als v.l. bei Dem. 9.35 für μαλακιζόμεθα, u. erkl. τὸν ὄρρον φρίττειν. Bezweifelt Lobeck zu Phryn. 82.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
memory