Mainpage
Search
Dictionary
Analyzer
Documentation
GRC
καταλαπριώσει
download
JSON
LSJ
ἀποκτενεῖ, καταδέξεται, κατατρυπήσει ἢ καταπερήσει, Hsch.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)
memory