LSJ
τά, = θέμεθλα, θεμείλια… τὰ θέσαν μογέοντες Ἀχαιοί Il. 12.28; θ. τε προβάλοντο 23.255; διέθηκε θ. h.Ap. 254; θ. καρτερὰ πήξας AP 9.808 (Cyrus), cf. Call. Del. 260, Oppian. H. 5.680; θέμειλα, Epigr.Gr. 1078.3 (Adana); sg. θέμειλον, AP 9.649 (Maced.), 14.115.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)