Mainpage
Search
Dictionary
Analyzer
Documentation
GRC
θέλυμνα
download
JSON
LSJ
ων, τά, = θέμεθλα,
foundations
or
elements of things
, θ. τε καὶ στερεωπά cj. for θελημνά, θελημά, Emp. 21.6. (Cf. προθέλυμνος, τετραθέλυμνος.)
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)
memory