GRC

δυναμωτικός

download
JSON

LSJ

ή, όν, strengthening, ἡ δύναμις τῶν πάντων δυναμωτικώτατον (sc. αἴτιον) Dam. Pr. 61.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)
memory