GRC

δοιός

download
JSON

Bailly

ά, όν, double, CALL. Ep. 1, 3 ; ANTH. 9, 46 ; pl. δοιοί, αί, ά, deux, IL. 5, 206, HÉS. O. 430 ; PD. P. 4, 172 ; N. 1, 44 ; adv. δοιά, OD. 2, 46, de deux manières.

Duel δοιώ, IL. 3, 236 ; 24, 648.

Étym. indo-europ. *duoi-, double ; cf. δύο, δίς.

Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

Pape

zwiefach, doppelt ; Wurzel δϜι-, verwandt δίς, δισσός, δύο ; δοιός entstanden aus δϜιός, das Ϝ übergegangen in ο, wie δοάν für δϜάν ; vgl. Curtius Grundz. d. Griech. Etymol. 1.204, 2.146. Bei Homer öfters im plural., = zwei, δοιοί, δοιούς, δοιαί, δοιά, δοιοῖς, δοιοῖσι(ν), öfters auch in der Dualform δοιώ, welche Il. 24.648 neutrum ist, στόρεσαν δοιὼ λέχε' ἐγκονέουσαι ; singular nur einmal, das fem. δοιή substantiviert = der Zweifel, Il. 9.230 ἐν δοιῇ δὲ σαωσέμεν ἢ ἀπολέσθαι νῆας, Scholl. Herodian. ἐν δοιῇ : περισπαστέον· δοτικὴ γὰρ ἀκόλουθος εὐθείᾳ τῇ δοιός, οὗ τὸ θηλυκὸν δοιή. Das neutr. plural. δοιά steht adverbial = »auf zwiefache Art«, »in doppelter Hinsicht« Od. 2.46, ἀλλ' ἐμὸν αύτοῦ χρεῖος, ὅ μοι κακὸν ἔμπεσεν οἴκῳ, δοιά· τὸ μέν, – νῦν δ' αὖ καὶ πολὺ μεῖζον, Scholl. H. Ἀρίσταρχος τὸ δοιά ἀντὶ τοῦ διχῶς, Scholl. E ὁ μὲν Ἀριστοφάνης κακά πληθυντικῶς γράφει, ὁ δὲ Ἀρίσταρχος τὸ δοιά ἀντὶ τοῦ διχῶς ἀκούει, Scholl. B H M ὅ μοι κακὸν ἔμπεσεν : Ἀριστοφάνης ὅ μοι κακὰ ἔμπεσε· τὸ δὲ ὅ μοι ἀντὶ τοῦ ὅτι μοι, Scholl. M. ἐπειδὴ εἶπε κακὸν ἑνικῶς, ὡς λαμβανόμενος ἑαυτοῦ ἐπάγει οὐχ ἓν κακόν, ἀλλὰ δαο. – Folgende : Antip.Thess. 41 (IX.46) δοιῆς εὐτυχίης ; Simm. 1 (VI.113) δοιόν ; – Call. Iov. 5 ἐν δοιῇ μάλα θυμός ; Antagor. bei Diog.Laert. 4.26 ἐν δοιῇ μοι θυμός ; – Hes. O. 432 δοιὰ ἄροτρα ; Pind. P. 4.172 δοιοὶ ἀνέρες ; N. 1.44 δοιοὺς ὄφιας.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
memory