GRC
Bailly
δια·πέρθω, détruire de fond en comble, saccager (une ville) ; seul. ao.2 διέπραθον [ᾰ] IL. 1, 367 ; d’où inf. épq. -πραθέειν, IL. 7, 32 ;
Moy. (seul. ao. 3 sg. διεπράθετο) m. sign. OD. 15, 384.
Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »
LSJ
aor.1 διέπερσα Pi. Pae. 6.104; aor.2 διέπραθον Il. 1.367, Ep. inf. διαπραθέειν 7.32; aor. Med. διεπράθετο in pass. sense, Od. 15.384: — destroy utterly, sack, waste, always of cities, ll. cc.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)
Pape
(πέρθω), (gänzlich) zerstören ; Homer öfters ; activum : aor. 1. Od. 3.130, 11.533, 13.316 πόλιν διεπέρσαμεν ; Od. 9.265 διέπερσε πόλιν ; Il. 4.53 τὰς διαπέρσαι und vs. 55 διαπέρσαι ohne Objekt, von Städten, zu vs. 53, Scholl. Herodian. πρὸ τέλους ἡ ὀξεῖα τοῦ διαπέρσαι, ἵν' ᾖ ἀπαρέμφατον ἀντὶ προστακτικοῦ ; Il. 9.46 ἄλλοι μενέουσι, εἰς ὅ κέ περ Τροίην διαπέρσομεν ; aor.2. Il. 1.367 τὴν διεπράθομεν, eine Stadt ; Od. 8.514 ἄστυ διέπραθον ; Il. 7.32 διαπραθέειν τόδε ἄστυ ; Il. 18.511 διαπραθέειν ohne Objekt, von einer Stadt ; Il. 11.733 ἀμφίσταντο ἄστυ διαπραθέειν μεμαῶτες ; Il. 9.532 διαπραθέειν μεμαῶτες Ἄρηϊ ohne Objekt, von einer Stadt ; medium : aor.2. in passiver Bedeutung Od. 15.384 διεπράθετο πτόλις. – Theocr. 22.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)