GRC

δίδυμος

download
JSON

Bailly

δί·δυμος, η ou ος, ον [ῐῠ]
      1 double, OD. 19, 227 ; χερὶ διδύμᾳ, PD. P. 2, 9, des deux mains (cf. ci-dessous διδύμαιν χειροῖν) ; διδύμας ἁλός, SOPH. Ant. 967, des deux mers (le Pont et le Bosphore) ; δ. ξύλον, SPT. Jos. 8, 29, bois qui se bifurque, fourche ;
      2 particul. jumeau, PD. P. 4, 316 ; SOPH. O.C. 1693 ; EUR. Hel. 220 ; PLAT. Criti. 113 e ; etc. ; δίδυμοι, IL. 23, 641, frères jumeaux ; τὰ δίδυμα, HDT. 6, 52 ; ARSTT. H.A. 7, 4 ; PLUT. M. 107 e, produits jumeaux ; διδύμαιν χειροῖν, SOPH. El. 206, des mains jumelles, càd. complices ; avec δύο : δύο διδύμω, EUR. Or. 1401, deux frères jumeaux ; οἱ Δ. les Gémeaux, constellation (cf. Διόσκοροι) ARAT. 147 ; ARSTT. Meteor. 1, 6 ; ou les testicules, GAL. 4, 648 ; ANTH. 5, 126 ; GEOP. 18, 1, 3.

Fém. -ος, PD. P. 4, 209 ; PLAT. Leg. 691 d.

Étym. δίς ; δύο.

Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs / Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »

LSJ

η, ον, also ος, ον v.l. in Pi. P. 4.209, E. HF 656 (lyr.), Pl. Criti. 113e; — redupl. from δύο, double, twofold, Od. 19.227, etc. ; διδύμαιν χειροῖν S. El. 206 (lyr.); also in sg., χερὶ διδύμᾳ with both hands, Pi. P. 2.9; δ. ἅλς, i.e. the Pontus and Bosporus, S. Ant. 967 (lyr.); δ. γένος AP 7.72 (Men.); δ. ξύλον forked, LXX Jo. 8.29; τὸ γλυκύ μοι δ., of a wife, IG 14.1974.
twin, δ. κασίγνητος Pi. N. 1.36; δ. τέκνων ἄριστα S. OC 1693 (lyr.); δ. τέκεα E. Hel. 220 (lyr.). Subst., δίδυμοι twins, Il. 23.641, Hdt. 5.41; of the Twins in the zodiac, Eudox. ap. Hipparch. 1.2.8, Arat. 147, IG 14.1307; also δίδυμα, τά, Hdt. 6.52; δύο διδύμω E. Or. 1401 (lyr.).
the testicles, LXX De. 25.11, AP 5.125 (Phld.); sg., Herophil. ap. Gal. UP 14.11.
ovaries, Herophil. l.c., Sor. 1.12.
Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)

Pape

η, ον, auch 2 Endgn, αἱ δίδυμοι, Pind. P. 4.209, wie Plat. Legg. III.691d ; doppelt, zweifach ; von δύο mit Reduplication ? oder von δι- (δίς δύο) und δύεσθαι, vgl. ἀμφίδυμος, νήδυμος ? Bei Homer zweimal : Il. 23.641 von den Aktorionen οἱ δ' ἄρ' ἔσαν δίδυμοι· ὁ μὲν ἔμπεδον ἡνιόχευεν, ἔμπεδον ἡνιόχευ', ὁ δ' ἄρα μάστιγι κέλευεν, d.h. sie waren zusammengewachsen, ein Doppelleib ; Scholl. vs. 638, 639 Ἀρίσταρχος δὲ διδύμους ἀκούει οὐχ οὕτως ὡς ἡμεῖς ἐν τῇ συνηθείᾳ νοοῦμεν, οἷοι ἦσαν καὶ οἱ Διόσκουροι, ἀλλὰ τοὺς διφυεῖς, δύο ἔχοντας σώματα, Ἡσιόδῳ μάρτυρι χρώμενος, καὶ τοὺς συμπεφυκότας ἀλλήλοις. οὕτως γὰρ καὶ τὸ λεγόμενον ἐπ' αὐτῶν σαφηνίζεσθαι ἄριστα ; Apollon. Lex.Homer. p. 58.26 Διδυμάονε δίδυμοι ἀδελφοὶ οἱ κεχωρισμένοι τοῖς σώμασιν. οἱ δὲ συμφυεῖς δίδυμοι λέγονται. Vgl. s.v. Διδυμάων u. s. Lehrs Aristarch. p. 179. Od. 19.227 αὐτάρ οἱ περόνη χρυσοῖο τέτυκτο αὐλοῖσιν διδύμοισι ; auch diese Stelle erklärte man im Altertum analog der Stelle Il. 23.641, δίδυμοι αὐλοί = zwei mit einander unmittelbar verbundene αὐλοί, Scholl. διδύμοισι : διπλαῖς, ἢ συμφυέσι περόναις. – Folgende : χερὶ διδύμᾳ Pind. P. 2.9, u. öfter ; Plat. Tim. 77d u. sonst ; δίδυμος κασίγνητος, Zwillingsbruder, Pind. N. 1.36, wie ἀδελφός, Dem. 25.79 ; so oft bei Att.; γενέσεις διδύμους γεννησάμενος Plat. Critia. 113e ; auch δίδυμα, Arist. H.A. 7.4. – Bei Galen. u. Philodem. 8 (V.126) sind οἱ δίδυμοι die zwei Hoden.
Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)
See also: Δίδυμος
memory