{
    "meta": {
        "serviceProvider": {
            "name": "Berlin-Brandenburg Academy of Sciences and Humanties, TELOTA - IT\/DH",
            "link": "https:\/\/www.bbaw.de\/en\/bbaw-digital\/telota"
        },
        "dataProvider": {
            "name": "Classical Language Dictionary",
            "link": "https:\/\/cld.bbaw.de"
        }
    },
    "query": {
        "self": "https:\/\/cld.bbaw.de\/api\/dictionary\/lemma\/%CE%B4%CE%B1%CE%B9%CC%81%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9?language=grc&options=case-sensitive",
        "searchDate": "2026-05-16 15:19:21",
        "searchFor": "lemma",
        "searchTerm": "δαίομαι",
        "language": "GRC",
        "options": {
            "strict": true,
            "case-sensitive": true,
            "regex": false,
            "simplified": false
        }
    },
    "data": [
        {
            "lemma": "δαίομαι",
            "meanings": 1,
            "language": "grc",
            "descriptions": [
                {
                    "dictionary": "Pape",
                    "reference": "Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)",
                    "source": null,
                    "description": "<i>teilen<\/i> ; verwandt δαΐζω, δατέομαι, δαιτρός, δαίνυμι, δαιτυμών, δαίς, δαίτη, δαιτύς ; δαίομαι ist entstanden aus *δα-ΐ-ομαι, Wurzel Δα ; also dem Ursprunge nach durchaus verschieden von δαίω »brennen«, dessen Wurzel ΔαϜ ist. Das activ. von δαίομαι »teilen« ist nicht gebräuchlich ; δαίομαι findet sich:<br\/>   <b>1) als medium<\/b>, = <i>teilen, verteilen : Od<\/i>. 17.332 δίφρον, ἔνθα τε δαιτρὸς ἐφίζεσκε κρέα πολλὰ δαιόμενος μνηστῆρσι ; 15.140 πὰρ δὲ Βοηθοίδης κρέα δαίετο καὶ νέμε μοίρας. – Dazu futur. δάσομαι (δάσσομαι), entstanden aus Δα'ΤΣΟμαΙ, von Δα'ΤΟμαΙ = δατέομαι, ΔαΤΟ'Σ ; aorist. ἐδασάμην (ἐδασσάμην); <i>Od<\/i>. 2.368 τάδε δ' αὐτοὶ πάντα δάσονται ; 6.10 ἀμφὶ δὲ τεῖχος ἔλασσε πόλει, καὶ ἐδείματο οἴκους, καὶ νηοὺς ποίησε θεῶν, καὶ ἐδάσσατ' ἀρούρας ; 9.42 ἐκ πόλιος δ' ἀλόχους καὶ κτήματα πολλὰ λαβόντες δασσάμεθ', ὡς μή τίς μοι ἀτεμβόμενος κίοι ἴσης ; 19.423 ὤπτησάν τε περιφραδέως, δάσσαντό τε μοίρας ; 17.30 εἴ κεν ἐμὲ μνηστῆρες ἀγήνορες ἐν μεγάροισιν λάθρῃ κτείναντες πατρώια πάντα δάσωνται ; 2.335 κτήματα γάρ κεν πάντα δασαίμεθα ; <i>Il<\/i>. 18.511 δίχα δέ σφισιν ἥνδανε βουλή, ἠὲ διαπραθέειν ἢ ἄνδιχα πάντα δάσασθαι, κτῆσιν ὅσην πτολίεθρον ἐπήρατον ἐντὸς ἐέργοι ; <i>Od<\/i>. 20.216 μεμάασι γὰρ ἤδη κτήματα δάσσασθαι δὴν οἰχομένοιο ἄνακτος ; 3.66 μοίρας δασσάμενοι δαίνυντ' ἐρικυδέα δαῖτα ; Pind. <i>P<\/i>. 4.148 οὐ πρέπει νὼ χαλκοτόροις ξίφεσιν οὐδ' ἀκόντεσσιν μεγάλαν προγόνων τιμὰν δάσασθαι ; Xen. <i>Cyr<\/i>. 4.2.43 τὸ νεῖμαι τὰ χρήματα μήδοις – ἐπιτρέψαι, καί, ἤν τι μεῖον ἡμῖν δάσωνται, κέρδος ἡγεῖσθαι. – Auch = zerfleischen, verzehren : <i>Il<\/i>. 23.21 Ἕκτορα δεῦρ' ἐρύσας δώσειν κυσὶν ὠμὰ δάσασθαι ; <i>Od<\/i>. 18.87 ; Eur. <i>Troad<\/i>. 450 ; ἀμβροσίη, ὲν δαίονται θεοί, essen, Matro bei Athen. 4.136b. Vgl. δατέομαι, δαίνυμαι.<br\/>   <b>2) als passivum<\/b>, = <i>geteilt werden : Od<\/i>. 9.551 ἀρνειὸν δ' ἐμοὶ οἴῳ ἐϋκνήμιδες ἑταῖροι μήλων δαιομένων δόσαν ἔξοχα ; – <i>Od<\/i>. 1.48 ἀλλά μοι ἀμφ' Ὀδυσῆϊ δαΐφρονι δαίεται ἦτορ, δυσμόρῳ, das Herz wird mir zerrissen, Scholl. δαίεται : διακόπτεται. τὸ γὰρ καίεται ἐπὶ ἐρώσης, vgl. <font color='green'>Sengebusch<\/font> <i>Aristonic<\/i>. p. 30 ; Ap.Rh. 3.661 ἡ δ' ἔνδοθι δαιομένη περ σῖγα μάλα κλαίει χῆρον λέχος εἰσορόωσα ; Opp. <i>Hal<\/i>. 4.200. – Dazu perfectum : <i>Il<\/i>. 1.125 ἀλλὰ τὰ μὲν πολίων ἐξεπράθομεν, τὰ δέδασται, ist verteilt ; <i>Od<\/i>. 15.412 ἔνθα δύω πόλιες, δίχα δέ σφισι πάντα δέδασται ; <i>Il<\/i>. 15.189 τριχθὰ δὲ πάντα δέδασται  ; <i>Od<\/i>. 1.23 Αἰθίοπας τοὶ διχθὰ δεδαίαται, sie sind geteilt ; Herodot. 2.84 ἡ ἰητρικὴ κατὰ τάδε σφι δέδασται ; Eur. <i>Herc.Fur<\/i>. 1329 πανταχοῦ δέ μοι χθονὸς τεμένη δέδασται."
                }
            ]
        }
    ]
}