{
    "meta": {
        "serviceProvider": {
            "name": "Berlin-Brandenburg Academy of Sciences and Humanties, TELOTA - IT\/DH",
            "link": "https:\/\/www.bbaw.de\/en\/bbaw-digital\/telota"
        },
        "dataProvider": {
            "name": "Classical Language Dictionary",
            "link": "https:\/\/cld.bbaw.de"
        }
    },
    "query": {
        "self": "https:\/\/cld.bbaw.de\/api\/dictionary\/lemma\/%CE%B1%CC%93%CC%81%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82?language=grc&options=case-sensitive",
        "searchDate": "2026-04-15 12:32:01",
        "searchFor": "lemma",
        "searchTerm": "ἄριστος",
        "language": "GRC",
        "options": {
            "strict": true,
            "case-sensitive": true,
            "regex": false,
            "simplified": false
        }
    },
    "data": [
        {
            "lemma": "ἄριστος",
            "meanings": 1,
            "language": "grc",
            "descriptions": [
                {
                    "dictionary": "Bailly",
                    "reference": "Bailly 2020 Hugo Chávez Gérard Gréco, André Charbonnet, Mark De Wilde, Bernard Maréchal & contributeurs \/ Licence Creative Commons Attribution - Pas d'Utilisation Commerciale - Pas de Modification — « CC BY-NC-ND 4.0 »",
                    "source": "https:\/\/bailly.app\/%C3%A0-propos",
                    "description": "<b>η, ον<\/b> <font color='purple'>[ᾰ]<\/font> <i>sert de superl. à<\/i> ἀγαθός (<i>cf. le compar<\/i>. ἀρείων) excellent ; le meilleur, le plus brave, le plus noble, <i>etc<\/i>. HOM. <i>etc. ;<\/i> ἄ. τινι, IL. <i>9, 54, etc. ;<\/i> OD. <i>4, 211, etc. ou<\/i> ἄ. τι, IL. <i>3, 39,<\/i> le meilleur en qqe ch. ; <i>avec l’inf<\/i>. HDT. <i>3, 80 ;<\/i> THC. <i>3, 38 ;<\/i> XÉN. <i>Cyr. 5, 4, 44,<\/i> très bon <i>ou<\/i> très propre à, <i>etc. ; dans le dialoque :<\/i> ὦ ἄριστε, ὦ ἄριστοι, PLAT. <i>Prot. 315<\/i> d ; <i>Rsp. 338<\/i> d, <i>349<\/i> e, <i>etc<\/i>. mon bon, mes très chers ; <i>plur. neutre adv<\/i>. ἄριστα, très bien, parfaitement, IL. <i>3, 110 ;<\/i> OD. <i>13, 365 ;<\/i> ATT. ; dans les réponses, ἄριστα, PLAT. <i>Tim. 29<\/i> d ; ἄριστά γε, PLAT. <i>Leg. 668<\/i> e.<p style='color:darkgreen'>➳ Par crase, ὤριστος (<i>sel. d’autres,<\/i> ὥριστος) = ὁ ἄριστος, IL. <i>11, 288, etc. ;<\/i> OD. <i>17, 416 ;<\/i> PLAT. <i>Men. 77<\/i> c (<i>var<\/i>. ὦ ἄριστε).<\/p><p style='color:darkblue'><b>Étym<\/b>. <i>incert. ; cf. p.-ê. le préf<\/i>. ἀρι- <i>ou p.-ê<\/i>. ἀραρίσκω, « le plus apte ».<\/p>"
                },
                {
                    "dictionary": "LSJ",
                    "reference": "Liddell-Scott-Jones, Greek-English Lexicon (9th ed., 1940)",
                    "source": null,
                    "description": "η, ον, (with Art. Ep. ὤριστος <i>Il.<\/i> 11.288, <i>Att.<\/i> ἅριστος) <b>best<\/b> in its kind, and so in all sorts of relations, serving as <i>Sup. of<\/i> ἀγαθός ; of persons, <b>best<\/b> in birth and rank, <b>noblest<\/b>; hence, like ἀριστεύς, <b>a chief<\/b>, Ἀργείων οἱ ἄριστοι <i>Il.<\/i> 4.260, cf. 6.209; ἄ. ἔην πολὺ δὲ πλείστους ἄγε λαούς 2.580; θεῶν ὕπατος καὶ ἄ. 19.258; πατρὸς πάντων ἀ. παῖδα S. <i>El.<\/i> 366; ἀνδρῶν τῶν ἀ. ὁμιλίη, opp. δῆμος, Hdt. 3.81, cf. Cic. <i>Att.<\/i> 9.4.2.<br\/><b>best<\/b> in any way, <b>bravest<\/b>, ἀνδρῶν αὖ μέγ’ ἄ. ἔην Τελαμώνιος Αἴας <i>Il.<\/i> 2.768, cf. 7.50, etc. ; οἰωνοπόλων, σκυτοτόμων ὄχ’ ἄ., 6.76, 7.221. c. dat. modi, βουλῇ μετὰ πάντας… ἔπλευ ἄ. 9.54, al. ; ἔγχεσιν εἶναι ἀρίστους <i>Od.<\/i> 4.211. c. acc. rei, εἶδος ἄριστε <i>Il.<\/i> 3.39; ψυχὴν ἄ. Ar. <i>Nu.<\/i> 1048. c. inf., ἄριστοι μάχεσθαι X. <i>Cyr.<\/i> 5.44.44; ἄ. διαβολὰς ἐνδέκεσθαι <b>readiest<\/b> to give ear to calumnies, Hdt. 3.80; ἄ. ἀπατᾶσθαι <b>best<\/b>, i.e.<br\/><b>easiest<\/b>, to cheat, Th. 3.38.<br\/><b>morally best<\/b>, εἴς τινα E. <i>Alc.<\/i> 83 (lyr.); οἱ ἄ. ἁπλῶς κατ’ ἀρετήν Arist. <i>Pol.<\/i> 1293b3.<br\/><b>best, most useful<\/b>, πόλει E. <i>Fr.<\/i> 194 codd. (leg. ἀρεστός) αὑτῷ Id. <i>Heracl.<\/i> 5. of animals, things, etc., <b>best, finest<\/b>, ἵπποι <i>Il.<\/i> 2.763; μήλων, ὑῶν, <i>Od.<\/i> 9.432, 14.414; τεύχε’ ἄριστα <i>Il.<\/i> 15.616; χῶρος <i>Od.<\/i> 5.442; ποταμῶν ἄ. τά τε ἄλλα καὶ ἀκέσασθαι Hdt. 4.90; ἄριστα φέρεσθαι win an <b>excellent<\/b> reward, S. <i>El.<\/i> 1097 (lyr.). neut. pl. as Adv., ἄριστα <b>best, most excellently<\/b>, ὄχ’ ἄ. <i>Il.<\/i> 3.110, <i>Od.<\/i> 13.365, cf. Hdt. 1.193, al., etc. ; ἄριστά γε, in answers, <b>well said!<\/b> Pl. <i>Tht.<\/i> 163c; later also ἀρίστως Iamb. <i>Myst.<\/i> 3.14."
                },
                {
                    "dictionary": "Pape",
                    "reference": "Pape, Griechisch-deutsches Handwörterbuch (3. Aufl., 1914)",
                    "source": null,
                    "description": "(vgl. ἀρείων), superlat. zu ἀγαθός, <i>der Beste<\/i> ; bei Hom. bes. Bezeichnung der tapfersten Helden, der Vornehmen, Fürsten ; οὕνεκ' ἄριστος ἔην <i>Il<\/i>. 2.580 ; ἄνδρα ἄριστον 5.839 ; φῶτες ἄριστοι 18.230 ; λαὸν ἄριστον <i>Od<\/i>. 11.500 ; πολὺ πλεῖστοι καὶ ἄριστοι λαοί <i>Il<\/i>. 2.577 ; ἄριστον Ἀχαιῶν 1.244 ; Ἀργείων πάντας ἀρίστους 3.19 ; δύ' ἀνέρε δήμου ἀρίστω 12.447 ; ἕταρον, φαινομένων τὸν ἄριστον 10.236 ; ἄριστος ἐνὶ Θρῄκεσσι τέτυκτο 6.7 ; ὅσσοι ἄριστοι ἐνὶ στρατῷ εὐχόμεθ' εἶναι 15.296 ; verstärkt durch μέγα, πολλόν, ὄχα, ἔξοχα : ὃς μέγ' ἄριστος Ἀχαιῶν εὔχεται εἶναι 2.82 ; πολλὸν ἄριστος ἀνήρ <i>Od<\/i>. 15.521 ; τίς τ' ἂρ τῶν ὄχ' ἄριστος ἔην <i>Il<\/i>. 2.761 ; δύο δ' ἀνέρες ἔξοχ' ἄριστοι 20.158 ; mit dat.: ἀρετῇ δ' ἔσαν ἔξοχ' ἄριστοι <i>Od<\/i>. 4.629 ; οἱ γὰρ μνηστήρων ἀρετῇ ἔσαν ἔξοχ' ἄριστοι 22.244 ; ἄριστος Ἀχαιῶν τοξοσύνῃ, ἀγαθὸς δὲ καὶ ἐν σταδίῃ ὑσμίνῃ <i>Il<\/i>. 13.313 ; ὅσσον δυνάμει τε καὶ ἥμασιν ἔπλευ ἄριστος 23.891 ; υἱέας αὖ πινυτούς τε καὶ ἔγχεσιν εἶναι ἀρίστους <i>Od<\/i>. 4.211 ποσὶ κραιπνῶς θέομεν καὶ νηυσὶν ἄριστοι 8.247 ; βουλῇ μετὰ πάντας ὁμήλικας ἔπλευ ἄριστος <i>Il<\/i>. 9.54 ; βροτῶν ὄχ' ἄριστος ἁπάντων βουλῇ καὶ μύθοισιν <i>Od<\/i>. 13.297 ; mit acc.: νεῖκος ἄριστε, <font color='darkorange'>v.l.<\/font> νείκει, <i>Il<\/i>. 23.483 ; εἶδος ἄριστε 3.39 ; ἄριστος ἔην εἶδός τε δέμας τε τῶν ἄλλων Δαναῶν μετ' ἀμύμονα Πηλείωνα <i>Od<\/i>. 11.469 ; mit inf.: τῶν δὲ θέειν ὄχ' ἄριστος ἔην Κλυτόνηος <i>Od<\/i>. 8.123 ; οὕνεκ' ἄριστοι πᾶσαν ἐπ' ἰθύν ἐστε μάχεσθαί τε φρονέειν τε <i>Il<\/i>. 6.78 ; von den Göttern  : Ζηνὸς τοῦ ἀρίστου <i>Il<\/i>. 14.213 ; Ζεύς, θεῶν ὕπατος καὶ ἄριστος 19.258 ; φησὶν γὰρ ἐν ἀθανάτοισι θεοῖσιν κάρτεΐ τε σθένεΐτε διακριδὸν εἶναι ἄριστος 15.108 ; Ζεύς, τόν περ ἄριστον ἀνδρῶν ἠδὲ θεῶν φασ' ἔμμεναι 19.95 ; den Poseidon nennt Zeus πρεσβύτατον καὶ ἄριστον <i>Od<\/i>. 13.142 ; ἄριστοι ἀθανάτων <i>Il<\/i>. 20.122 ; θεάων ἀρίστη, Hera, 18.364 ; ἄριστοι μάρτυροι, die Götter, 22.254 ; ἱερῆας ἀρίστους 9.575 ; Πολυφείδεα μάντιν Ἀπόλλων θῆκε βροτῶν ὄχ' ἄριστον <i>Od<\/i>. 15.253 ; οἰωνοπόλων ὄχ' ἄριστος <i>Il<\/i>. 1.69 ; σὺν ἀνδράσιν οἳ τότ' ἄριστοι ἦσαν ἐνὶ Τροίῃ τέκτονες ἄνδρες 6.314 ; σκυτοτόμων ὄχ' ἄριστος <i>Il<\/i>. 7.221 ; Φαιήκων βητάρμονες ὅσσοι ἄριστοι <i>Od<\/i>. 8.250 ; χοροιτυπίῃσιν ἄριστοι <i>Il<\/i>. 24.261 ; von Weibern : γυναικῶν εἶδος ἀρίστη <i>Od<\/i>. 7.57 ; θυγατρῶν εἶδος ἀρίστην <i>Il<\/i>. 6.252 ; ἑπτὰ ἔξοχ' ἀρίστας, κούρας, 9.638 ; δμωάων ἥ τίς τοι ἀρίστη φαίνεται εἶναι <i>Od<\/i>. 15.25 ; von Tieren : ἵπποι μέγ' ἄρισται ἔσαν Φηρητιάδαο <i>Il<\/i>. 2.763 ; ἄριστοι ἴππων 5.266 ; συῶντὸν ἄριστον <i>Od<\/i>. 14.108 ; σιάλων τὸν ἄριστον ἁπάντων 14.19 ; τρεῖς σιάλους, οἳ ἔσαν μετὰ πᾶσιν ἄριστοι 20.163 ; ἀρνειός, μήλων ὄχ' ἄριστος ἁπάντων 9.432 ; αἰγῶν ὅς τις φαίνηται ἄριστος 14.106 ; βοῦν, ἥ τις ἀρίστη <i>Il<\/i>. 17.62 ; von andern Sachen : τῇ δή οἱ ἐείσατο χῶρος ἄριστος <i>Od<\/i>. 5.442 ; τεύχε' ἄριστα <i>Il<\/i>. 15.616 ; ἀσπίδες ὅσσαι ἄρισται ἐνὶ στρατῷ ἠδὲ μέγισται 14.371 ; νῆα, ἥ τις ἀρίστη <i>Od<\/i>. 1.280 ; εἰδήσεις ὅσσον ἄρισται νῆες ἐμαί 7.327 ; χηλόν, ἥ τις ἀρίστη 8.424 ; ἀρίστην βουλήν <i>Il<\/i>. 9.74 ; μῆτιν ἀρίστην 17.634 ; εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης 12.243 ; τόδε μέγ' ἄριστον' ἔρεξεν 2.274 ; ὃ γάρ κ' ὄχ' ἄριστον ἁπάντων εἴη 12.344 ; δοκέει δέ μοι εἶναι ἄριστον <i>Od<\/i>. 5.360 ; ὥς μοι δοκεῖ εἶναι ἄριστα <i>Il<\/i>. 9.103 ; ὅπως ὄχ' ἄριστα μετ' ἀμφοτέροισι γένηται 3.110 ; ἦ σοῐ ἄριστα πεποίηται κατὰ οἶκον πρὸς Τρώων 6.56. Statt ὁ ἄριστος öfters ὤριστος, z.B. ἀνὴρ ὤριστος <i>Il<\/i>. 11.288 ; θεῶν ὤριστος 13.154 ; λοῖσθος ἀνὴρ ὤριστος ἐλαύνει ἴππους 23.536 ; οὐ μέν μοι δοκέεις ὁ κάκιστος Ἀχαιῶν ἔμμεναι, ἀλλ' ὤριστος : <i>Od<\/i>. 17.416. Bei Art. oft sittliche Vorzüge ; doch nicht selten tapfer, Plat.; Xen.; ὦ ἄριστε, eine häufige Anrede bei Plat."
                }
            ]
        }
    ]
}